Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών και Καταστατικό του Διεθνούς Δικαστηρίου

 ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ  ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ

  

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9..

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19.

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών υπογράφηκε στις 26 Ιουνίου 1945, στον Άγιο Φραγκίσκο, στο τέλος της Συνδιασκέψεως των Ηνωμένων Εθνών για τη Διεθνή Οργάνωση,  και άρχισε  να ισχύει στις 24 Οκτωβρίου 1945.  Το Καταστατικό του Διεθνούς Δικαστηρίου αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του Χάρτη.

Τροποποιήσεις στα Άρθρα 23, 27 και 61 του Χάρτη υιοθετήθηκαν  από τη Γενική Συνέλευση  στις 17 Δεκεμβρίου 1963 και άρχισαν  να ισχύουν στις 31 Αυγούστου 1965.   Μια ακόμη τροποποίηση του Άρθρου 61 υιοθετήθηκε  από τη Γενική Συνέλευση στις 20 Δεκεμβρίου 1965 και άρχισε να ισχύει  στις 24 Σεπτεμβρίου 1973.  Μια τροποποίηση στο Άρθρο 109, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση στις 20 Δεκεμβρίου 1965, άρχισε να ισχύει στις 12 Ιουνίου 1968.

Η τροποποίηση στο Άρθρο 23 αυξάνει  τον αριθμό των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας  από  έντεκα σε δεκαπέντε.  Η τροποποίηση του Άρθρου 27 ορίζει  ότι οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας για θέματα διαδικασίας θα παίρνονται με θετική ψήφο εννέα μελών (προηγουμένως εφτά), και για όλα τα άλλα θέματα με θετική ψήφο  εννέα μελών (προηγουμένως εφτά) στα οποία θα περιλαμβάνονται  και τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Με την τροποποίηση του Άρθρου 61, που άρχισε να ισχύει στις 31 Αυγούστου 1965, αυξήθηκε  ο αριθμός των μελών του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου από δεκαοχτώ  σε είκοσι εφτά.  Η μεταγενέστερη τροποποίηση, του Άρθρου  αυτού, που άρχισε να ισχύει στις 24 Σεπτεμβρίου 1973, αύξησε ακόμη περισσότερο τον αριθμό των μελών του Συμβουλίου, που από είκοσι εφτά έγιναν  πενήντα τέσσερα.

Η τροποποίηση του Άρθρου 109, που αφορά την πρώτη παράγραφο του Άρθρου  αυτού, ορίζει ότι Γενική Διάσκεψη των Κρατών-Μελών για την αναθεώρηση του  Χάρτη μπορεί να γίνει σε χρόνο και τόπο που θα οριστούν με ψήφο  των δύο τρίτων των μελών της Γενικής Συνελεύσεως και με την ψήφο εννέα (προηγουμένως εφτά) οποιωνδήποτε μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας.  Η παράγραφος 3 του Άρθρου 109, που εξετάζει την ενδεχόμενη σύγκληση αναθεωρητικής διασκέψεως κατά τη δέκατη τακτική συνεδρίαση της Γενικής Συνελεύσεως, κρατήθηκε στην αρχική της μορφή σε  ότι αφορά την ´ψήφο οποιωνδήποτε εφτά μελών του Συμβουλίου Ασφάλειαςª, επειδή η παράγραφος αυτή  εφαρμόστηκε το 1955 από τη Γενική Συνέλευση στη δέκατη τακτική συνεδρίασή της, καθώς και από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

 

ΧΑΡΤΗΣ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ

 

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΑΟΙ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ  ΑΠΟΦΑΣΙΣΜΕΝΟΙ

Να σώσουμε τις ερχόμενες γενεές  από τη μάστιγα του πολέμου, που δύο φορές στα χρόνια μας έφερε στην ανθρωπότητα ανείπωτη θλίψη,

Να διακηρύξουμε  και πάλι την πίστη μας στα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, στην αξιοπρέπεια και στην αξία του ανθρώπου, στα ίσα δικαιώματα ανδρών  και γυναικών και μεγάλων και μικρών εθνών,

Να δημιουργήσουμε  προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες μπορεί  να υπάρξει δικαιοσύνη και σεβασμός προς τις υποχρεώσεις  που προκύπτουν από τις συνθήκες και από άλλες πηγές διεθνούς δικαίου,

Να συμβάλουμε στην κοινωνική πρόοδο και στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου μέσα σε μεγαλύτερη ελευθερία,

ΚΑΙ ΓΙí ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ

Να δείχνουμε ανεκτικότητα και να ζούμε ειρηνικά ο ένας με τον άλλο σαν καλοί γείτονες,

Να ενώνουμε τις δυνάμεις μας για να διατηρούμε τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια, και να εξασφαλίζουμε, με την παραδοχή αρχών και την καθιέρωση μεθόδων, ότι δε θα χρησιμοποιείται ένοπλη βία παρά μόνο για το κοινό συμφέρον,

Να χρησιμοποιούμε τους διεθνείς οργανισμούς για να συμβάλλουμε στην οικονομική και κοινωνική πρόοδο όλων των λαών,

ΑΠΟΦΑΣΙΣΑΜΕ ΝΑ ΕΝΩΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΜΑΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΤΥΧΟΥΜΕ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ.

Έτσι, οι Κυβερνήσεις μας, μέσον αντιπροσώπων τους, που συγκεντρώθηκαν στην πόλη του Αγίου Φραγκίσκου  και ήταν εφοδιασμένοι με πληρεξούσια τα οποία αναγνωρίστηκαν ως έγκυρα  και νομότυπα, αποδέχτηκαν αυτόν τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και μí αυτόν  ίδρυσαν ένα Διεθνή Οργανισμό, που θα ονομάζεται Ηνωμένα Έθνη.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1.

 

Σκοποί και αρχές

 

Άρθρο 1.

 

Οι σκοποί των Ηνωμένων Εθνών είναι:

1.        Να διατηρούν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια,  και για να επιτευχθεί  αυτό: να παίρνουν αποτελεσματικά συλλογικά μέτρα για να προλαβαίνουν και να απομακρύνουν κάθε απειλή  της ειρήνης και για να καταστέλλουν κάθε επιθετική ενέργεια ή άλλης μορφής παραβίαση της ειρήνης και να επιτυχαίνουν, με ειρηνικά μέσα και σύμφωνα με τις αρχές της δικαιοσύνης και του διεθνούς δικαίου, διευθέτηση ή διακανονισμό διεθνών διαφορών ή καταστάσεων που  θα μπορούσαν να  οδηγήσουν σε διατάραξη της ειρήνης.

2.        Να αναπτύσσουν ανάμεσα στα έθνη φιλικές σχέσεις που θα βασίζονται στο σεβασμό της αρχής των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιαθέσεως των λαών και να παίρνουν άλλα μέτρα κατάλληλα για την ενίσχυση της παγκόσμιας ειρήνης.

3.        Να επιτυχαίνουν διεθνή συνεργασία για την επίλυση διεθνών προβλημάτων οικονομικής, κοινωνικής,  πολιτιστικής και ανθρωπιστικής φύσεως, και για την ανάπτυξη και ενθάρρυνση  του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων  και των θεμελιωδών ελευθεριών για όλους, χωρίς διάκριση φυλής,  φύλου, γλώσσας ή θρησκείας, και

4.        Να αποτελούν ένα κέντρο που θα συντονίζει τις ενέργειες των εθνών για την επίτευξη αυτών των κοινών σκοπών.

 

Άρθρο 2.

 

Ο Οργανισμός και τα μέλη του, κατά την επιδίωξη των Σκοπών που αναφέρονται στο Άρθρο 1, θα ενεργούν σύμφωνα με τις παρακάτω Αρχές:

1.        Ο Οργανισμός βασίζεται στην αρχή της κυρίαρχης ισότητας όλων των Μελών του.

 

2.        Κάθε Μέλος, προκειμένου να  εξασφαλίζει για όλα τα Μέλη του Οργανισμού τα δικαιώματα  και τα πλεονεκτήματα που πηγάζουν από την  ιδιότητα του Μέλους, πρέπει να εκπληρώνει με καλή πίστη τις υποχρεώσεις  που  ανέλαβε σύμφωνα με τους όρους αυτού του Χάρτη.

 

3.        Όλα τα Μέλη θα ρυθμίζουν τις διεθνείς διαφορές τους με ειρηνικά μέσα, έτσι ώστε να μην μπαίνουν σε κίνδυνο η διεθνείς  ειρήνη και ασφάλεια,  καθώς και η δικαιοσύνη.

 

4.        Όλα τα Μέλη στις διεθνείς τους σχέσεις θα απέχουν από την απειλή  ή τη χρήση βίας, που  εκδηλώνεται εναντίον της  εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους είτε με οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ασυμβίβαστη προς τους Σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών.

 

5.        Όλα τα Μέλη θα παρέχουν στα Ηνωμένα Έθνη κάθε βοήθεια σε κάθε ενέργεια που αναλαμβάνουν σύμφωνα με τους όρους  αυτού του Χάρτη και δε θα βοηθούν κανένα κράτος εναντίον του οποίου τα Ηνωμένα Έθνη θα έχουν προχωρήσει σε προληπτικές ή εξαναγκαστικές ενέργειες.

 

6.        Ο Οργανισμός θα  εξασφαλίζει ώστε τα κράτη που δεν είναι Μέλη των Ηνωμένων Εθνών να ενεργούν σύμφωνα μí αυτές τις Αρχές, σε όσο βαθμό αυτό θα χρειάζεται  για να  διατηρηθεί  η διεθνείς  ειρήνη και ασφάλεια.

 

7.        Καμιά διάταξη  αυτού του Χάρτη δε θα δίνει στα Ηνωμένα Έθνη το δικαίωμα να επεμβαίνουν σε ζητήματα που ανήκουν  ουσιαστικά στην εσωτερική δικαιοδοσία οποιουδήποτε κράτους και δε θα αναγκάζει τα Μέλη να υποβάλλουν τέτοια θέματα για ρύθμιση σύμφωνα με τους  όρους  αυτού του Χάρτη.  Η αρχή όμως αυτή δεν πρέπει να εμποδίζει την εφαρμογή των εξαναγκαστικών μέτρων που  προβλέπονται  από το Κεφάλαιο 7.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

 

Μέλη

 

Άρθρο 3.

 

Αρχικά Μέλη των Ηνωμένων Εθνών  θα είναι τα κράτη  τα οποία,  αφού  έχουν  λάβει μέρος στη  Συνδιάσκεψη  των Ηνωμένων Εθνών,  στον Άγιο Φραγκίσκο, για τη Διεθνή Οργάνωση,  ή αφού  έχουν προηγουμένως  υπογράψει τη  Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών  της  1ης  Ιανουαρίου 1942, υπογράφουν  το Χάρτη  αυτόν  και τον επικυρώνουν σύμφωνα με το Άρθρο 110.

 

Άρθρο  4.

 

1.                    Μέλη των Ηνωμένων Εθνών μπορούν να  γίνουν όλα τα ειρηνόφιλα  κράτη τα οποία αποδέχονται τις  υποχρεώσεις  που περιέχονται σí αυτόν το Χάρτη και,  κατά την κρίση του Οργανισμού, είναι ικανά και πρόθυμα να εκπληρώσουν αυτές τις υποχρεώσεις.

2.                    Ένα κράτος γίνεται δεκτό ως μέλος των Ηνωμένων Εθνών με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως,  ύστερα  από πρόταση του Συμβουλίου Ασφαλείας.

 

Άρθρο 5.

 

Μέλος  των Ηνωμένων Εθνών εναντίον του οποίου το Συμβούλιο Ασφαλείας  έχει αναλάβει  προληπτική  ή εξαναγκαστική ενέργεια  μπορεί  να στερηθεί προσωρινά την άσκηση των δικαιωμάτων  και προνομίων  που είναι συναφή με την ιδιότητα του Μέλους, με απόφαση της Γενικής Συνελεύσεως, ύστερα από πρόταση του Συμβουλίου Ασφαλείας.  Η άσκηση αυτών των δικαιωμάτων και προνομίων μπορεί να αποκατασταθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

 

Άρθρο 6.

 

Η Γενική Συνέλευση, με πρόταση του Συμβουλίου Ασφαλείας, μπορεί να αποβάλει από το Οργανισμό Μέλος των Ηνωμένων Εθνών το οποίο επανειλημμένα παραβίασε  τις αρχές  που περιέχονται στον Χάρτη αυτόν.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3.

 

Όργανα

 

Άρθρο 7.

 

1.                    Ιδρύονται ως κύρια όργανα των Ηνωμένων Εθνών:  η Γενική Συνέλε4υση, το Συμβούλιο Ασφαλείας, το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο, το Συμβούλιο Κηδεμονίας,  το Διεθνές Δικαστήριο και η Γραμματεία.

2.                    Επικουρικά όργανα που θα θεωρηθούν  αναγκαία μπορούν να ιδρυθούν σύμφωνα με το Χάρτη αυτόν.

 

Άρθρο 8.

 

Τα Ηνωμένα Έθνη  δε θα θέτουν κανέναν  περιορισμό στη δυνατότητα εκλογής αντρών και γυναικών, σε οποιαδήποτε θέση και με  ίσους όρους, στα κύρια και επικουρικά όργανα του Οργανισμού.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4.

 

Η Γενική Συνέλευση

 

Σύνθεση

 

Άρθρο 9.

 

1.                    Η Γενική Συνέλευση θα αποτελείται από  όλα τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών.

2.                    Κάθε Μέλος θα έχει  ως πέντε αντιπροσώπους στη Γενική Συνέλευση.

 

Καθήκοντα και  Εξουσίες

 

Άρθρο 10.

 

Η Γενική Συνέλευση μπορεί να  συζητά οποιοδήποτε θέμα ή οποιοδήποτε ζήτημα  που βρίσκεται στο πλαίσιο αυτού  του Χάρτη  ή είναι σχετικό με τις εξουσίες  και τα καθήκοντα οποιουδήποτε από τα όργανα  που  προβλέπονται από το Χάρτη αυτόν και,  με την επιφύλαξη των διατάξεων  του Άρθρου 12, να κάνει προτάσεις, σχετικά με οποιοδήποτε τέτοιο θέμα ή ζήτημα, στα Μέλη  των Ηνωμένων Εθνών  ή στο Συμβούλιο Ασφαλείας, ή και στα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών  και στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

 

Άρθρο 11.

 

1.                    Η Γενική Συνέλευση μπορεί να εξετάζει  τις γενικές αρχές της συνεργασίας για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, στις οποίες περιλαμβάνονται  και οι  αρχές  που διέπουν  τον  αφοπλισμό και τη ρύθμιση των εξοπλισμών,  και  μπορεί να κάνει προτάσεις σχετικά με τις αρχές αυτές στα Μέλη ή στο Συμβούλιο Ασφαλείας,  ή  και στα Μέλη και στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

2.                    Η Γενική Συνέλευση μπορεί να συζητά κάθε θέμα που αναφέρεται στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και που μπορεί να υποβάλλεται σí αυτήν από οποιοδήποτε Μέλος των Ηνωμένων Εθνών ή από το Συμβούλιο Ασφαλείας ή από ένα κράτος που δεν είναι Μέλος των Ηνωμένων Εθνών, σύμφωνα με το Άρθρο 35, παράγραφος 2, και, με την επιφύλαξη των διατάξεων  του Άρθρου 12, μπορεί να κάνει προτάσεις σχετικά με κάθε τέτοιο θέμα στο  ενδιαφερόμενο  κράτος ή στα ενδιαφερόμενα κράτη ή στο Συμβούλιο Ασφαλείας ή και στα κράτη και στο Συμβούλιο Ασφαλείας.  Κάθε τέτοιο θέμα για το οποίο χρειάζεται να ληφθούν μέτρα η Γενική Συνέλευση  πρέπει να το αναφέρει στο Συμβούλιο Ασφαλείας είτε  πριν να  το συζητήσει  είτε αφού το συζητήσει.

3.                    Η Γενική Συνέλευση μπορεί  να εφιστά την προσοχή του Συμβουλίου Ασφαλείας σε καταστάσεις που θα ήταν δυνατό να θέσουν σε κίνδυνο τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.

4.                    Οι εξουσίες της Γενικής Συνελεύσεως που καθορίζονται σí αυτό το Άρθρο δεν περιορίζουν το  γενικό πεδίο ενέργειας του  Άρθρου 10.

 

Άρθρο 12.

 

1.                    Όσο το Συμβούλιο Ασφαλείας ασκεί, σχετικά με οποιαδήποτε διαφορά ή κατάσταση, τα καθήκοντα που του αναθέτονται μí αυτόν τον Χάρτη, η Γενική Συνέλευση δε θα κάνει καμία πρόταση σχετική με αυτή  τη διαφορά ή κατάσταση, εκτός αν της το ζητήσει το Συμβούλιο Ασφαλείας.

2.                    Ο Γενικός Γραμματέας,  με τη συναίνεση του Συμβουλίου Ασφαλείας, θα ενημερώνει τη Γενική Συνέλευση σε κάθε συνεδρίαση για όλα  τα σχετικά με τη διατήρηση  της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας ζητήματα, με τα οποία θα ασχολείται το Συμβούλιο Ασφαλείας. Επίσης θα  ενημερώνει τη Γενική Συνέλευση ή, αν η Γενική Συνέλευση δεν συνεδριάζει , τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών, αμέσως μόλις το Συμβούλιο Ασφαλείας πάψει να ασχολείται με τα ζητήματα αυτά.

 

Άρθρο 13.

 

1.                    Η Γενική Συνέλευση θα προκαλέσει μελέτες και θα κάνει προτάσεις με σκοπό:

α.             να ενισχύσει τη διεθνή συνεργασία στον πολιτικό τομέα και να ενθαρρύνει την προοδευτική ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου και την κωδικοποίησή του.

β.             να ενισχύσει τη διεθνή συνεργασία  στον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και εκπαιδευτικό τομέα και στον  τομέα της δημόσιας υγείας και να βοηθήσει στο να απολαμβάνουν όλοι, χωρίς διάκριση φυλής, φύλου, γλώσσας  ή  θρησκείας,  τα ανθρώπινα  δικαιώματα  και  τις θεμελιώδεις ελευθερίες.

2.                    Οι  άλλες ευθύνες,  τα καθήκοντα και οι εξουσίες που έχει η Γενική Συνέλευση, σχετικά με ζητήματα που

αναφέρονται προηγουμένως, στην παράγραφο 1β, ορίζονται στα Κεφάλαια 9 και 10.

 

Άρθρο 14.

 

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του Άρθρου 12, η Γενική Συνέλευση μπορεί να προτείνει μέτρα για την ειρηνική διευθέτηση οποιασδήποτε καταστάσεως ñ ανεξάρτητα από την αιτία που την προκάλεσε ñ η οποία, κατά την εκτίμησή της, μπορεί να βλάψει το κοινό συμφέρον ή τις φιλικές σχέσεις μεταξύ εθνών. Στις καταστάσεις αυτές περιλαμβάνονται και όσες δημιουργούνται  από την παραβίαση των διατάξεων αυτού του Χάρτη, ο οποίος ορίζει τους Σκοπούς και τις Αρχές των Ηνωμένων Εθνών.

 

Άρθρο 15.

 

1.                    Η Γενική Συνέλευση θα δέχεται και θα μελετά ετήσιες και ειδικές εκθέσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας. Αυτές οι εκθέσεις θα περιλαμβάνουν απολογισμό  των μέτρων που αποφάσισε να λάβει ή έλαβε το Συμβούλιο Ασφαλείας για να διατηρήσει τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.

2.                    Η Γενική Συνέλευση θα δέχεται και θα μελετά εκθέσεις των άλλων οργάνων των Ηνωμένων Εθνών.

 

Άρθρο 16.

 

Η Γενική Συνέλευση θα ασκεί, σχετικά με το διεθνές σύστημα κηδεμονίας, τα καθήκοντα που της αναθέτονται με τα κεφάλαια 12 και 13.1. Στα καθήκοντα αυτά περιλαμβάνεται και η έγκριση συμφωνιών κηδεμονίας για περιοχές που δε χαρακτηρίζονται στρατηγικές.

 

Άρθρο 17.

 

1.                    Η Γενική Συνέλευση θα εξετάζει και θα εγκρίνει τον προϋπολογισμό του Οργανισμού. 

2.                    Τα έξοδα του Οργανισμού θα αναλαμβάνονται από τα Μέλη, σύμφωνα με την κατανομή που κάνει η Γενική Συνέλευση.

3.                    Η Γενική Συνέλευση θα εξετάζει και θα εγκρίνει όλους τους οικονομικούς και προϋπολογιστικούς διακανονισμούς που γίνονται με τις ειδικευμένες οργανώσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 57 και θα εξετάζει τους διοικητικούς προϋπολογισμούς των ειδικευμένων αυτών οργανώσεων, προκειμένου να κάνει σí αυτές προτάσεις.

 

Ψηφοφορία.

 

Άρθρο 18.

 

1.                    Κάθε μέλος της Γενικής Συνελεύσεως έχει μία ψήφο.

 

2.                    Οι  αποφάσεις της Γενικής Συνελεύσεως για σημαντικά θέματα θα παίρνονται με πλειοψηφία  των δύο τρίτων των μελών που είναι παρόντα  και ψηφίζουν.  Σημαντικά θέματα θεωρούνται:  προτάσεις για τη διατήρηση τη διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, η εκλογή των μη μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, η εκλογή  των μελών του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου, η εκλογή  των μελών του Συμβουλίου Κηδεμονίας σύμφωνα με την παράγραφο 1γ του Άρθρου 86, η εισδοχή  νέων Μελών στα Ηνωμένα Έθνη, η αναστολή των δικαιωμάτων και προνομίων Μελών, η αποβολή Μελών, θέματα που αφορούν τη λειτουργία  του συστήματος κηδεμονίας και θέματα προϋπολογισμού.

3.                    Αποφάσεις για άλλα θέματα, στα οποία περιλαμβάνονται και ο καθορισμός πρόσθετων κατηγοριών θεμάτων για τα οποία θα χρειάζεται πλειοψηφία των δύο τρίτων, θα παίρνει η πλειοψηφία των μελών που είναι παρόντα και ψηφίζουν.

 

 

Άρθρο 19.

 

Μέλος των Ηνωμένων Εθνών που καθυστερεί την πληρωμή της οικονομικής του εισφοράς στον Οργανισμό δε θα έχει δικαίωμα  ψήφου στη Γενική Συνέλευση, αν το καθυστερούμενο ποσό είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το ποσό των εισφορών που το Μέλος όφειλε να πληρώσει τα δύο τελευταία χρόνια.  Η Γενική Συνέλευση μπορεί, ωστόσο, να  επιτρέψει στο Μέλος αυτό να ψηφίσει, αν έχει πειστεί ότι η παράλειψη της πληρωμής οφείλεται σε λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή  του.

 

Διαδικασία

 

Άρθρο 20.

 

Η Γενική Συνέλευση θα συνέρχεται σε τακτική ετήσια συνεδρίαση και, αν  οι περιστάσεις το απαιτούν, και σε έκτακτες συνεδριάσεις.  Έκτακτες συνεδριάσεις θα συγκαλούνται από το Γενικό Γραμματέα ύστερα από αίτηση του Συμβουλίου Ασφαλείας ή  της πλειοψηφίας των Μελών των Ηνωμένων Εθνών.

 

Άρθρο 21.

 

Η Γενική Συνέλευση θα καταρτίσει τον εσωτερικό της κανονισμό.  Θα  εκλέγει τον Πρόεδρό της για κάθε συνεδρίαση.

 

Άρθρο 22.

 

Η Γενική Συνέλευση μπορεί να ιδρύσει τα βοηθητικά όργανα που θα κρίνει αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5.

 

Συμβούλιο Ασφαλείας

 

Σύνθεση

 

Άρθρο 23.

 

1.                    Το Συμβούλιο Ασφαλείας θα αποτελείται από δεκαπέντε Μέλη των Ηνωμένων Εθνών.  Η Δημοκρατία της Κίνας, η Γαλλία, η Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής θα είναι μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η Γενική Συνέλευση θα εκλέγει δέκα άλλα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών ως μη μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη πρώτα  πρώτα τη συμβολή των Μελών των Ηνωμένων Εθνών στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και στους άλλους σκοπούς του Οργανισμού, καθώς και τη δίκαιη κατανομή από άποψη γεωγραφικής θέσης.

2.                    Τα μη μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας θα εκλέγονται για διάστημα δύο ετών.  Κατά την πρώτη, μετά την αύξηση των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας από έντεκα σε δεκαπέντε, εκλογή των μη μονίμων μελών, δύο από τα τέσσερα επιπλέον μέλη θα  εκλεγούν για διάστημα ενός χρόνου.  Τα μέλη  που αποχωρούν δε θα έχουν δικαίωμα να ξαναεκλέγονται αμέσως.

3.                    Κάθε μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας θα έχει έναν αντιπρόσωπο στο Συμβούλιο.

 

Καθήκοντα και Εξουσίες

 

Άρθρο 24.

 

1.                    Για να εξασφαλιστεί η άμεση και αποτελεσματική δράση των Ηνωμένων Εθνών, τα Μέλη τους αναθέτουν στο Συμβούλιο Ασφαλείας την κύρια ευθύνη για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και συμφωνούν ότι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του που απορρέουν από αυτή την ευθύνη, το Συμβούλιο Ασφαλείας ενεργεί εξ ονόματός τους.

 

2.                    Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων  του  αυτών το Συμβούλιο Ασφαλείας θα ενεργεί σύμφωνα με τους Σκοπούς και τις Αρχές των Ηνωμένων Εθνών.  Οι ειδικές  εξουσίες που παραχωρούνται στο Συμβούλιο Ασφαλείας για την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών καθορίζονται στα Κεφάλαια  6, 7, 8 και 12.

 

3.                    Το Συμβούλιο Ασφαλείας θα υποβάλλει στη Γενική Συνέλευση για μελέτη ετήσιες και, αν χρειάζεται, και ειδικές εκθέσεις.

 

 

Άρθρο 25.

 

 

Τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών συμφωνούν να αποδέχονται και να εκτελούν τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, σύμφωνα με αυτόν το Χάρτη.

 

Άρθρο 26.

 

 

Το Συμβούλιο Ασφαλείας, προκειμένου να βοηθήσει στην επικράτηση και στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, με τη διάθεση για εξοπλισμούς όσο το δυνατόν λιγότερων από τους  οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους του κόσμου, επιφορτίζεται να καταρτίζει, με τη βοήθεια της Επιτροπής Στρατιωτικού Επιτελείου που αναφέρεται στο Άρθρο 47, σχέδια που θα υποβάλλονται στα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών, για την καθιέρωση ενός συστήματος που θα ρυθμίζει τους εξοπλισμούς.

 

Ψηφοφορία.

 

Άρθρο 27.

 

1.                    Κάθε Μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας θα έχει μία ψήφο.

2.                    Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας για ζητήματα διαδικασίας θα παίρνονται με σύμφωνη ψήφο εννέα μελών.

3.                    Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας για όλα τα άλλα ζητήματα θα παίρνονται με σύμφωνες ψήφους εννέα μελών,

στις οποίες θα περιλαμβάνονται και οι σύμφωνες ψήφοι όλων των μονίμων μελών, με την επιφύλαξη ότι, σε αποφάσεις σχετικές με το Κεφάλαιο 6 και την παράγραφο 3 του Άρθρου 52, ο διάδικος σε μια διένεξη θα απέχει από την ψηφοφορία.

 

 

Διαδικασία.

 

Άρθρο 28.

 

1.                    Το Συμβούλιο Ασφαλείας θα είναι έτσι οργανωμένο, ώστε να λειτουργεί συνεχώς.  Γιí αυτόν το σκοπό, κάθε μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας θα αντιπροσωπεύεται πάντοτε στην έδρα του Οργανισμού.

2.                    Το Συμβούλιο Ασφαλείας θα πραγματοποιεί περιοδικές συνελεύσεις, στις οποίες καθένα από τα μέλη του θα μπορεί, αν το επιθυμεί, να αντιπροσωπεύεται από ένα μέλος της κυβερνήσεως ή από κάποιον άλλον ειδικά ορισμένο αντιπρόσωπο.

3.                    Το Συμβούλιο Ασφαλείας μπορεί να συνεδριάζει σε άλλους τόπους, εκτός από την έδρα του Οργανισμού, εφόσον αυτό, κατά την κρίση του, θα διευκολύνει το έργο του.

 

Άρθρο 29.

 

Το Συμβούλιο Ασφαλείας μπορεί να συγκροτεί τα βοηθητικά όργανα που θα  έκρινε αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

 

Άρθρο 30.

 

Το Συμβούλιο Ασφαλείας θα καταρτίσει τον εσωτερικό του κανονισμό, στον οποίο θα ορίζεται και ο τρόπος εκλογής του Προέδρου του.

 

Άρθρο 31.

 

Κάθε Μέλος των Ηνωμένων Εθνών που δεν είναι μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας μπορεί να μετέχει, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στη συζήτηση κάθε θέματος που παραπέμπεται στο Συμβούλιο Ασφαλείας, όσες φορές αυτό το τελευταίο κρίνει ότι τα συμφέροντα αυτού του Μέλους θίγονται ιδιαίτερα.

 

 

Άρθρο 32.

 

                Κάθε Μέλος των Ηνωμένων Εθνών που δεν είναι μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας ή κάθε κράτος που δεν είναι Μέλος των Ηνωμένων Εθνών, εφόσον είναι διάδικος σε διαφορά που εξετάζεται από το Συμβούλιο Ασφαλείας, θα καλείται να μετάσχει, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στις συζητήσεις τις σχετικές με αυτήν τη διαφορά. Το Συμβούλιο Ασφαλείας θα καθορίζει τους όρους που θα κρίνει δίκαιο να θέτει κάθε φορά για τη συμμετοχή ενός κράτους που δεν είναι Μέλος των Ηνωμένων Εθνών.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6.

 

Ειρηνική Διευθέτηση Διαφορών

 

Άρθρο 33.

 

1.                    Σε κάθε διαφορά που η παράτασή της μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, τα ενδιαφερόμενα μέρη θα προσπαθούν πρώτα από όλα να λύσουν τη διαφορά τους με διαπραγματεύσεις, έρευνα, μεσολάβηση,  συνδιαλλαγή, διαιτησία, δικαστικό διακανονισμό, προσφυγή σε τοπικούς οργανισμούς ή συμφωνίες ή με άλλα ειρηνικά μέσα της εκλογής τους.

2.                    Το Συμβούλιο Ασφαλείας, όταν το κρίνει αναγκαίο, θα ζητά από τους διαδίκους να λύνουν τη διαφορά τους με τέτοια μέσα.

 

Άρθρο 34.

 

Το Συμβούλιο Ασφαλείας μπορεί να ερευνά κάθε διένεξη ή κάθε κατάσταση που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε διεθνείς προστριβές ή να δημιουργήσει διένεξη, με σκοπό να διαπιστώνει αν η παράταση αυτής της διένεξης ή αυτής της κατάστασης είναι πιθανό να θέσει σε κίνδυνο τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

 

Άρθρο 35.

 

1.                    Κάθε Μέλος των Ηνωμένων Εθνών μπορεί να επιστήσει την προσοχή του Συμβουλίου Ασφαλείας ή της Γενικής Συνελεύσεως σε διαφορές ή σε καταστάσεις σαν κι αυτές που αναφέρονται στο Άρθρο 34.

2.                    Ένα κράτος που δεν είναι Μέλος των Ηνωμένων Εθνών μπορεί να επιστήσει την προσοχή του Συμβουλίου Ασφαλείας ή της Γενικής Συνελεύσεως σε μια διαφορά στην οποία το κράτος αυτό είναι ενδιαφερόμενο μέρος, με τον όρο ότι θα αποδεχτεί προκαταβολικά, για  ό,τι αφορά αυτή τη διαφορά, τις υποχρεώσεις για ειρηνικό διακανονισμό που προβλέπονται από αυτόν το Χάρτη.

3.                    Οι ενέργειες της Γενικής Συνελεύσεως, σχετικά με ζητήματα που της υποδεικνύονται σύμφωνα με το Άρθρο αυτό, θα καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των Άρθρων 11 και 12.

 

Άρθρο 36.

 

1.                    Το Συμβούλιο Ασφαλείας μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο μιας διαφοράς του είδους που αναφέρεται στο Άρθρο 33 ή μιας τέτοιας κατάστασης, να συστήνει τις κατάλληλες ενέργειες ή μεθόδους διακανονισμού.  

2.                    Το Συμβούλιο Ασφαλείας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλες τις διαδικασίες που έχουν ήδη υιοθετηθεί από τα ενδιαφερόμενα μέρη για τη ρύθμιση της διαφοράς.

3.                    Το Συμβούλιο Ασφαλείας, όταν κάνει συστάσεις σύμφωνα μí αυτό το Άρθρο θα πρέπει, επίσης να λαβαίνει υπόψη του  ότι οι νομικές διαφορές θα πρέπει, κατά γενικό κανόνα, να υποβάλλονται από τα ενδιαφερόμενα μέρη στο Διεθνές Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού του Δικαστηρίου.

 

Άρθρο 37.

 

1.                    Αν οι διάδικοι σε μια διαφορά σαν αυτή που αναφέρεται στο Άρθρο 33 δεν κατορθώσουν να επιτύχουν διακανονισμό της με τα μέσα που υποδεικνύονται σí αυτό το Άρθρο πρέπει, να την υποβάλουν στο  Συμβούλιο Ασφαλείας.

2.                    Αν το Συμβούλιο Ασφαλείας κρίνει ότι η παράταση αυτής της διαφοράς είναι πράγματι πιθανό να  θέσει σε κίνδυνο τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, θα αποφασίζει αν θα αναλάβει δράση σύμφωνα με το Άρθρο 36 ή αν θα συστήσει όρους διακανονισμού που αυτό θα κρίνει κατάλληλους.

 

Άρθρο 38.

 

Χωρίς να θίγονται οι διατάξεις των Άρθρων 33 ως 37,  το Συμβούλιο Ασφαλείας μπορεί, αν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη σε μια διαφορά το ζητούν, να κάνει συστάσεις στα ενδιαφερόμενα μέρη, αποβλέποντας στον ειρηνικό διακανονισμό της διαφοράς.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7.

 

Ενέργειες σε περίπτωση απειλής εναντίον της Ειρήνης, Διαταράξεως της Ειρήνης και Επιθετικών Πράξεων

 

Άρθρο 39.

 

Το Συμβούλιο Ασφαλείας θα αποφαίνεται αν υπάρχει απειλή για την ειρήνη, διατάραξη της ειρήνης ή  επιθετική ενέργεια και θα κάνει συστάσεις ή θα αποφασίζει ποια μέτρα θα λαμβάνονται σύμφωνα με τα Άρθρα 41 και 42, για να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια.

 

Άρθρο 40.

 

Το Συμβούλιο Ασφαλείας, για να εμποδίσει επιδείνωση της καταστάσεως, μπορεί, πριν να κάνει τις συστάσεις ή πριν να αποφασίσει για τα μέτρα που προβλέπονται από το Άρθρο 39, να καλεί τα ενδιαφερόμενα μέρη να συμμορφωθούν με τα προσωρινά μέτρα που αυτό κρίνει αναγκαία ή επιθυμητά.  Αυτά τα προσωρινά μέτρα δε θα βλάπτουν σε τίποτε τα δικαιώματα, τις απαιτήσεις ή τη θέση των ενδιαφερόμενων μερών. Το Συμβούλιο Ασφαλείας θα σημειώνει την παράλειψη κράτους να συμμορφωθεί με αυτά τα προσωρινά μέτρα.

 

Άρθρο 41.

 

Το Συμβούλιο Ασφαλείας μπορεί να αποφασίζει  ποια μέτρα ñ που δε συνεπάγονται τη χρησιμοποίηση  ένοπλης δύναμης  - θα λαμβάνονται για να εξασφαλίζουν την εκτέλεση των αποφάσεών του, και μπορεί να καλεί τα  Μέλη των Ηνωμένων Εθνών να εφαρμόζουν αυτά τα μέτρα.  Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν πλήρη ή μερική διακοπή των οικονομικών σχέσεων, των σιδηροδρομικών, θαλάσσιων, εναέριων,  συγκοινωνιών, των ταχυδρομικών, τηλεγραφικών, ραδιοφωνικών και άλλων μέσων επικοινωνίας, καθώς και τη διακοπή διπλωματικών σχέσεων.

 

Άρθρο 42.

 

Αν το Συμβούλιο Ασφαλείας κρίνει ότι τα μέτρα που προβλέπονται από το Άρθρο 41 θα  ήταν ανεπαρκή ή ότι έχουν αποδειχτεί ανεπαρκή, μπορεί να  προχωρήσει με αεροπορικές, θαλάσσιες ή χερσαίες δυνάμεις στην ανάληψη της δράσης που θα ήταν αναγκαία για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της διεθνούς ασφάλειας και ειρήνης.  Αυτή η δράση θα μπορούσε να περιλαμβάνει στρατιωτικές επιδείξεις, αποκλεισμό και άλλες επιχειρήσεις αεροπορικών, θαλάσσιων ή χερσαίων δυνάμεων των Μελών των Ηνωμένων Εθνών.

 

Άρθρο 43.

 

1.                    Όλα τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών, προκειμένου να συμβάλουν στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, αναλαμβάνουν να θέτουν στη διάθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας, όποτε το ζητήσει και σύμφωνα με τους όρους ειδικής συμφωνίας ή συμφωνιών,  τις ένοπλες δυνάμεις, τη βοήθεια και τις διευκολύνσεις, στις οποίες θα περιλαμβάνεται και το δικαίωμα διελεύσεως, που θα είναι αναγκαία για να διατηρηθεί η διεθνής ειρήνη και  ασφάλεια.

2.                    Αυτή η συμφωνία ή οι συμφωνίες θα καθορίζουν τον αριθμό και τη μορφή των στρατιωτικών δυνάμεων, το βαθμό ετοιμότητάς τους και τη γενική τους εγκατάσταση, καθώς και τη φύση των διευκολύνσεων και της βοήθειας  που θα χορηγούνται.

3.                    Για τη συμφωνία ή τις συμφωνίες θα γίνουν διαπραγματεύσεις το συντομότερο δυνατό, με πρωτοβουλία του Συμβουλίου Ασφαλείας. Οι συμφωνίες θα γίνονται μεταξύ του Συμβουλίου Ασφαλείας και των Μελών ή μεταξύ του Συμβουλίου Ασφαλείας και ομάδων Μελών, και θα πρέπει να επικυρώνονται από τα κράτη που τις υπογράφουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές διαδικασίες του κάθε κράτους.

 

Άρθρο 44.

 

Όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει αποφασίσει να χρησιμοποιήσει βία, θα είναι υποχρεωμένο, πριν ζητήσει από ένα Μέλος που δεν αντιπροσωπεύεται σí αυτό να του προμηθεύσει ένοπλες δυνάμεις, εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει  σύμφωνα με το Άρθρο 43, να καλεί αυτό το Μέλος να μετάσχει, αν το επιθυμεί, στη λήψη αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας που αφορούν τη χρησιμοποίηση των τμημάτων των ένοπλων δυνάμεων αυτού του μέλους.

 

Άρθρο 45.

 

Για να δώσουν στα Ηνωμένα Έθνη τη δυνατότητα να παίρνουν επειγόντως στρατιωτικά μέτρα, τα Μέλη πρέπει να διατηρούν  αμέσως διαθέσιμα τμήματα εθνικής αεροπορίας για συνδυασμένη διεθνή εξαναγκαστική δράση.  Η δύναμη και ο βαθμός ετοιμότητας αυτών των τμημάτων θα ορίζονται και τα σχέδια για τη συνδυασμένη δράση θα  καταστρώνονται από το Συμβούλιο Ασφαλείας, με τη βοήθεια της Επιτροπής Στρατιωτικού Επιτελείου, μέσα στα όρια που θα προβλέπονται από τη συμφωνία ή τις συμφωνίες που αναφέρονται στο Άρθρο 43.

 

Άρθρο 46.

 

Τα σχέδια για τη χρησιμοποίηση ένοπλης δύναμης θα καταρτίζονται από το Συμβούλιο Ασφαλείας, με τη βοήθεια της Επιτροπής Στρατιωτικού Επιτελείου.

 

Άρθρο 47.

 

1.                    Θα συγκροτηθεί μια Επιτροπή Στρατιωτικού Επιτελείου, για να συμβουλεύει και να βοηθά το Συμβούλιο Ασφαλείας  σε όλα τα θέματα που αφορούν τις στρατιωτικές ανάγκες που θα έχει το Συμβούλιο Ασφαλείας για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, τη χρησιμοποίηση και τη διοίκηση των δυνάμεων που βρίσκονται στη διάθεσή του, τη ρύθμιση των εξοπλισμών και τον ενδεχόμενο αφοπλισμό.

2.                    Η Επιτροπή Στρατιωτικού Επιτελείου θα αποτελείται από τους Αρχηγούς των Επιτελείων των μόνιμων μελών του Συμβουλίου ή τους αντιπροσώπους τους.  Θα καλεί οποιοδήποτε Μέλος των Ηνωμένων Εθνών που δεν αντιπροσωπεύεται μόνιμα στην Επιτροπή να συνεργαστεί μαζί της, όταν η αποτελεσματική εκπλήρωση των καθηκόντων της απαιτεί τη συμμετοχή αυτού του Μέλους στις εργασίες της.

3.                    Η Επιτροπή Στρατιωτικού Επιτελείου θα είναι υπεύθυνη, υπό την εξουσία του Συμβουλίου Ασφαλείας, για τη στρατηγική καθοδήγηση  όλων των ένοπλων δυνάμεων που θα έχουν τεθεί στη διάθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας.  Θέματα που αναφέρονται στη διοίκηση αυτών των δυνάμεων θα ρυθμιστούν αργότερα.

4.                    Η Επιτροπή Στρατιωτικού Επιτελείου, με την εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας και ύστερα από συνεννόηση με τους αρμόδιους τοπικούς οργανισμούς, μπορεί να ιδρύει τοπικές υποεπιτροπές.

 

Άρθρο 48.

 

1.                    Η δράση που απαιτείται για την εκτέλεση των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας που αφορούν τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας θα αναλαμβάνεται από όλα τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών ή από μερικά από αυτά,  όπως θα ορίζει  το Συμβούλιο Ασφαλείας.

2.                    Οι αποφάσεις αυτές θα  εκτελούνται από τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών απευθείας και μέσον ενεργειών τους στις αρμόδιες διεθνείς οργανώσεις στις  οποίες είναι Μέλη.

 

Άρθρο 49.

 

Τα  Μέλη των Ηνωμένων Εθνών θα συνεργάζονται βοηθώντας το ένα το άλλο στην εκτέλεση των μέτρων που αποφασίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας.

 

Άρθρο 50.

 

Αν το Συμβούλιο Ασφαλείας πάρει προληπτικά ή εξαναγκαστικά μέτρα εναντίον οποιουδήποτε κράτους, κάθε άλλο κράτος ñ είτε είναι Μέλος των Ηνωμένων Εθνών είτε όχι ñ που κρίνει ότι η εφαρμογή αυτών των μέτρων του δημιουργεί ειδικά οικονομικά προβλήματα, θα έχει το δικαίωμα να συμβουλεύεται το Συμβούλιο Ασφαλείας σχετικά με τη λύση αυτών των προβλημάτων.

 

Άρθρο 51.

 

Καμιά διάταξη αυτού του Χάρτη δε θα εμποδίζει το φυσικό δικαίωμα της ατομικής ή συλλογικής νόμιμης άμυνας, σε περίπτωση που ένα Μέλος των Ηνωμένων Εθνών δέχεται ένοπλη επίθεση, ως τη στιγμή που το Συμβούλιο Ασφαλείας θα πάρει  τα αναγκαία μέτρα για να διατηρήσει  τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.  Τα μέτρα που θα παίρνουν τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών  κατά την άσκηση αυτού του δικαιώματος της νόμιμης άμυνας θα ανακοινώνονται αμέσως στο Συμβούλιο Ασφαλείας, και σε καμία περίπτωση δε θα θίγουν την εξουσία και την υποχρέωση που έχει το Συμβούλιο Ασφαλείας, σύμφωνα μí αυτόν το  Χάρτη, να αναλαμβάνει οποτεδήποτε τη δράση που κρίνει αναγκαία για τη διατήρηση ή για την αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8.

 

Τοπικές Συμφωνίες

 

Άρθρο 52.

 

1.                    Καμιά διάταξη του Χάρτη αυτού δεν αποκλείει την ύπαρξη τοπικών συμφωνιών ή οργανώσεων οι οποίες θα ασχολούνται  με ζητήματα που σχετίζονται με τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και που μπορούν να λυθούν με τοπικές ενέργειες, με τον όρο ότι αυτές οι συμφωνίες ή οι οργανώσεις και οι ενέργειές τους θα συμφωνούν με τους Σκοπούς και τις Αρχές των Ηνωμένων Εθνών.

2.                    Τα  Μέλη των Ηνωμένων Εθνών που συνάπτουν τέτοιες συμφωνίες ή που ιδρύουν τέτοιες οργανώσεις θα καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να φτάνουν, μέσον αυτών των τοπικών συμφωνιών ή οργανώσεων, σε ειρηνικό διακανονισμό των τοπικών διαφορών, πριν να τις υποβάλλουν στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

3.                    Το Συμβούλιο Ασφαλείας θα ενθαρρύνει την ανάπτυξη του ειρηνικού διακανονισμού των τοπικών διαφορών μέσον τέτοιων τοπικών συμφωνιών ή οργανώσεων, είτε αναλαμβάνουν το διακανονισμό τα ενδιαφερόμενα κράτη με δική τους πρωτοβουλία είτε το Συμβούλιο Ασφαλείας παραπέμπει σí αυτά μια διαφορά για διακανονισμό.

4.                    Αυτό το Άρθρο δε  θίγει καθόλου την εφαρμογή  των Άρθρων 34 και 35.

 

 

Άρθρο 53.

 

1.                    Το Συμβούλιο Ασφαλείας θα χρησιμοποιεί, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, αυτές τις τοπικές συμφωνίες ή οργανώσεις για την εφαρμογή  των εξαναγκαστικών μέτρων που θα  λαμβάνονται με εντολή του.  Αλλά καμία εξαναγκαστική ενέργεια δε θα  αναλαμβάνεται σε εφαρμογή τοπικών συμφωνιών ή με την εντολή τοπικών οργανώσεων, χωρίς την εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Εξαίρεση θα γίνεται για τα μέτρα εναντίον εχθρικού κράτους ñ με την έννοια που δίνεται σí αυτόν τον όρο στην παράγραφο 2 αυτού του Άρθρου ñ τα οποία θα είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 107 ή θα προβλέπονται από τοπικές συμφωνίες που έχουν συναφθεί για να εμποδίσουν την επανάληψη επιθετικής πολιτικής εκ μέρους κάθε τέτοιου κράτους, ως τη στιγμή που θα μπορεί ο Οργανισμός, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερόμενων Κυβερνήσεων, να αναλαμβάνει την ευθύνη να εμποδίσει κάθε νέα επιθετική ενέργεια εκ μέρους ενός τέτοιου κράτους.

2.                    Ο όρος ´εχθρικό κράτοςª, που χρησιμοποιείται στην παράγραφο 1 αυτού του Άρθρου, αναφέρεται σε κάθε κράτος το οποίο, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, ήταν εχθρός οποιουδήποτε από τα κράτη που υπογράφουν αυτόν το Χάρτη.

 

 

Άρθρο 54.

 

Το Συμβούλιο Ασφαλείας πρέπει να ενημερώνεται πάντοτε πλήρως για τις ενέργειες που αναλαμβάνονται ή που εξετάζεται αν θα αναληφθούν, βάσει τοπικών συμφωνιών ή από τοπικές οργανώσεις, για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9.

 

Διεθνής Οικονομική και Κοινωνική Συνεργασία

 

Άρθρο 55.

 

Αποβλέποντας στη δημιουργία συνθηκών σταθερότητας και ευημερίας, οι οποίες είναι αναγκαίες για να υπάρξουν μεταξύ των εθνών σχέσεις ειρηνικές και φιλικές, βασισμένες στο σεβασμό της αρχής των ίσων δικαιωμάτων και της αυτοδιαθέσεως των λαών, τα Ηνωμένα Έθνη θα ευνοήσουν:

α. την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου, εργασία για όλους και συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής προόδου και αναπτύξεως.

β. τη λύση διεθνών προβλημάτων, οικονομικών, κοινωνικών, δημόσιας υγείας και άλλων συναφών, τη διεθνή πολιτιστική και εκπαιδευτική συνεργασία και

γ. τον παγκόσμιο και αποτελεσματικό σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών για όλους, χωρίς διάκριση φυλής, φύλου, γλώσσας ή θρησκείας.

 

 

Άρθρο 56.

 

Όλα τα Μέλη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ενεργούν για την επίτευξη των σκοπών που εκθέτονται  στο Άρθρο 55, είτε όλα μαζί είτε το καθένα ξεχωριστά, σε συνεργασία με τον Οργανισμό.

 

 

Άρθρο 57.

 

1.                    Οι διάφορες ειδικευμένες οργανώσεις που ιδρύονται με συμφωνίες μεταξύ κυβερνήσεων και που, σύμφωνα με τα καταστατικά τους, έχουν ευρείες διεθνείς αρμοδιότητες στον οικονομικό, πολιτιστικό, εκπαιδευτικό τομέα, στον τομέα της δημόσιας υγείας και σε άλλους σχετικούς τομείς,  θα συνδέονται με τα Ηνωμένα Έθνη σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 63.

2.                    Αυτές οι οργανώσεις που θα συνδέονται  μí αυτόν τον τρόπο με τα Ηνωμένα Έθνη θα αναφέρονται από δω και πέρα ως ´ειδικευμένες οργανώσειςª.

 

 

Άρθρο 58.

 

Ο Οργανισμός θα κάνει υποδείξεις για το συντονισμό των προγραμμάτων και των δραστηριοτήτων των ειδικευμένων οργανώσεων.

 

Άρθρο 59.

 

Ο Οργανισμός θα προκαλεί, όταν χρειάζεται, διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα ενδιαφερόμενα κράτη, για τη δημιουργία νέων ειδικευμένων οργανώσεων, που θα είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των σκοπών που έχουν εκτεθεί στο Άρθρο 55.

 

 

Άρθρο 60.

 

Η ευθύνη για την εκτέλεση των καθηκόντων του Οργανισμού που αναφέρονται σí αυτό το Κεφάλαιο θα ανήκει στη Γενική Συνέλευση και, ύστερα από εξουσιοδότηση της Γενικής Συνελεύσεως, στο Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο, το οποίο θα έχει γιí αυτόν το σκοπό τις εξουσίες που αναφέρονται στο Κεφάλαιο 10.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10.

 

Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο

 

Σύνθεση

 

Άρθρο 61.

 

1.                    Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο θα αποτελείται από πενήντα τέσσερα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία θα εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση.

2.                    Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου  3, δεκαοχτώ μέλη του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου θα εκλέγονται κάθε χρόνο, για μια περίοδο τριών ετών.  Τα μέλη που αποχωρούν θα μπορούν να επανεκλέγονται αμέσως.

3.                    Κατά την πρώτη εκλογή μετά την αύξηση των μελών του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου από είκοσι εφτά σε πενήντα τέσσερα, εκτός από τα μέλη που θα εκλεγούν για να αντικαταστήσουν  τα εννέα μέλη που η θητεία τους λήγει στο τέλος εκείνου του χρόνου, θα εκλεγούν είκοσι εφτά επιπλέον μέλη.  Η θητεία των εννέα από αυτά τα είκοσι εφτά επιπλέον μέλη θα λήξει στο τέλος  του πρώτου χρόνου, και η θητεία εννέα άλλων μελών, στο τέλος του δεύτερου χρόνου, όπως θα έχει ορίσει η Γενική Συνέλευση.

4.                    Κάθε μέλος του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου θα έχει έναν αντιπρόσωπο.

 

Καθήκοντα και Εξουσίες

 

Άρθρο 62.

 

1.                    Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο μπορεί να συντάσσει ή να προκαλεί τη σύνταξη μελετών και εκθέσεων σχετικά με διεθνή ζητήματα, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτιστικά, εκπαιδευτικά, δημόσιας υγείας και άλλα σχετικά, και μπορεί να κάνει υποδείξεις, σχετικά με οποιοδήποτε τέτοιο ζήτημα, προς τη Γενική Συνέλευση, τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών και τις ειδικευμένες οργανώσεις.

2.                    Μπορεί να κάνει εισηγήσεις με σκοπό να ενισχύσει το σεβασμό και την τήρηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών για όλους. 

3.                    Μπορεί να ετοιμάζει προσχέδια συνθηκών σχετικά με ζητήματα της αρμοδιότητάς του, για να τα υποβάλλει στη Γενική Συνέλευση.

4.                    Μπορεί να συγκαλεί, σύμφωνα με τους κανόνες που θέτουν τα Ηνωμένα Έθνη, διεθνείς συνδιασκέψεις για ζητήματα της αρμοδιότητάς του.

 

 

Άρθρο 63.

 

1.                    Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο μπορεί να συνάπτει συμφωνίες με οποιαδήποτε από τις οργανώσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 57, καθορίζοντας τους όρους με τους οποίους η ενδιαφερόμενη οργάνωση θα συνδέεται με τα Ηνωμένα Έθνη.  Οι  συμφωνίες αυτές θα χρειάζονται την έγκριση της Γενικής Συνελεύσεως.

2.             Μπορεί να συντονίζει τη δραστηριότητα των ειδικευμένων οργανώσεων με το να συνεννοείται μαζί τους ή να τους κάνει υποδείξεις ή με το να κάνει υποδείξεις προς τη Γενική Συνέλευση και τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών.

 

Άρθρο 64.

 

1.                    Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο θα κάνει τα κατάλληλα διαβήματα για να παίρνει τακτικές εκθέσεις από τις ειδικευμένες οργανώσεις.  Μπορεί να συμφωνήσει με τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών και με τις ειδικευμένες οργανώσεις να του στέλνουν εκθέσεις για τις ενέργειες που θα γίνονται σε εκτέλεση των συστάσεων που θα έχει κάνει το ίδιο ή η Γενική Συνέλευση, σχετικά με ζητήματα της αρμοδιότητάς του.

2.                    Μπορεί να ανακοινώνει στη Γενική Συνέλευση τις παρατηρήσεις του πάνω στις εκθέσεις αυτές.

 

 

Άρθρο 65.

 

Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο μπορεί να παρέχει στο Συμβούλιο Ασφαλείας, όταν αυτό του το ζητά, πληροφορίες και βοήθεια.

 

Άρθρο 66.

 

1.                    Κατά την εφαρμογή των συστάσεων της Γενικής Συνελεύσεως, το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο θα ασκεί τα καθήκοντα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του.

2.                    Μπορεί, με την έγκριση της Γενικής Συνελεύσεως, να παρέχει υπηρεσίες στα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών  και στις ειδικευμένες οργανώσεις, όταν του το ζητούν.

3.                    Θα εκτελεί τα άλλα καθήκοντα που ορίζονται σε άλλα σημεία αυτού του Χάρτη ή που μπορεί να του αναθέτονται από τη Γενική Συνέλευση.

 

Ψηφοφορία.

 

Άρθρο 67.

 

1.                    Κάθε μέλος του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου θα έχει μία ψήφο.

2.                    Οι αποφάσεις του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου θα παίρνονται από την πλειοψηφία των μελών που είναι παρόντα και ψηφίζουν.

 

 

Διαδικασία

 

Άρθρο 68.

 

Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο θα ιδρύει επιτροπές για οικονομικά και κοινωνικά θέματα και για την προαγωγή των ανθρώπινων δικαιωμάτων, καθώς και άλλες επιτροπές που θα ήταν αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

 

Άρθρο 69.

 

Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο, όταν εξετάζει οποιοδήποτε θέμα που ενδιαφέρει ιδιαίτερα ένα Μέλος του Οργανισμού, το προσκαλεί να μετέχει, χωρίς ψήφο, στις συζητήσεις.

 

Άρθρο 70.

 

Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο μπορεί να κάνει τις απαραίτητες ενέργειες, ώστε αντιπρόσωποι των ειδικευμένων οργανώσεων να μετέχουν, χωρίς ψήφο, στις συζητήσεις του και στις συζητήσεις των επιτροπών που αυτό ιδρύει, και δικοί του αντιπρόσωποι να μετέχουν στις συζητήσεις των ειδικευμένων οργανώσεων.

 

Άρθρο 71.

 

Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο μπορεί να αποφασίζει να συμβουλεύεται μη κυβερνητικούς οργανισμούς που ασχολούνται με θέματα της αρμοδιότητάς του. Τέτοιες αποφάσεις μπορούν να αναφέρονται σε διεθνείς οργανισμούς και, όταν το απαιτούν οι περιστάσεις, σε εθνικούς οργανισμούς, ύστερα από συνεννόηση με το ενδιαφερόμενο Μέλος των Ηνωμένων Εθνών.

 

Άρθρο 72.

 

1.                    Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο θα καταρτίσει τον εσωτερικό του κανονισμό, στον οποίο θα ορίζεται και ο τρόπος εκλογής του Προέδρου του.

2.                    Το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο θα συνέρχεται όποτε παρουσιάζεται ανάγκη, σύμφωνα με τον κανονισμό του, ο οποίος θα περιλαμβάνει διατάξεις για τη σύγκληση του Συμβουλίου ύστερα από αίτηση της πλειοψηφίας των μελών του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11.

 

Διακήρυξη που αφορά μη αυτόνομες περιοχές

 

Άρθρο 73.

 

Τα  Μέλη των Ηνωμένων Εθνών, που έχουν ή αναλαμβάνουν την ευθύνη να διοικούν περιοχές που οι λαοί τους δεν έχουν ακόμη επιτύχει πλήρη αυτοδιοίκηση, αναγνωρίζουν την αρχή ότι προέχουν τα συμφέροντα των κατοίκων αυτών των περιοχών και δέχονται  ως ιερή αποστολή την υποχρέωση να προωθήσουν όσο γίνεται περισσότερο, μέσα στο σύστημα της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας που καθιερώνεται με το Χάρτη αυτόν, την ευημερία των κατοίκων αυτών των περιοχών, και γιí αυτόν το σκοπό:

α. να εξασφαλίζουν, με τον οφειλόμενο σεβασμό για το πολιτισμό των λαών αυτών, την πολιτική, οικονομική και κοινωνική τους πρόοδο, καθώς και τη μορφωτική τους ανάπτυξη, τη δίκαιη μεταχείρισή τους και την προστασία  τους από καταχρήσεις της εξουσίας.

β. να αναπτύσσουν την ικανότητά τους για αυτοδιοίκηση, να λαβαίνουν υπόψη τους τους πολιτικούς πόθους των λαών και να τους βοηθούν στην προοδευτική ανάπτυξη των ελεύθερων πολιτικών θεσμών τους, σύμφωνα με τις ειδικές συνθήκες που επικρατούν σε κάθε περιοχή και στον πληθυσμό της και με τα ποικίλα στάδια αναπτύξεώς τους.

γ. να ενισχύουν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.

δ. να  προωθούν εποικοδομητικά μέτρα αναπτύξεως, να ενθαρρύνουν την έρευνα και να συνεργάζονται μεταξύ τους και, όταν και όπου χρειάζεται, με τους ειδικευμένους διεθνείς οργανισμούς, αποβλέποντας στην ουσιαστική επίτευξη των κοινωνικών, οικονομικών και επιστημονικών σκοπών που ορίζονται σí αυτό το Άρθρο και

ε. να υποβάλλουν τακτικά στο Γενικό Γραμματέα, για ενημέρωσή του, εφόσον δεν υπάρχουν περιορισμοί που να επιβάλλονται από το σύνταγμα ή από λόγους δημόσιας ασφάλειας, στατιστικές και άλλες πληροφορίες τεχνικής φύσεως, σχετικές με τις οικονομικές, κοινωνικές και εκπαιδευτικές συνθήκες στις περιοχές για τις οποίες είναι αντιστοίχως υπεύθυνα, εκτός από τις περιοχές εκείνες για τις οποίες έχουν εφαρμογή τα Κεφάλαια 12 και 13.

 

Άρθρο 74.

 

Τα  Μέλη των Ηνωμένων Εθνών αναγνωρίζουν επίσης ότι η πολιτική του καθενός τους σχετικά τόσο με τις περιοχές για τις οποίες έχει εφαρμογή αυτό το Κεφάλαιο, όσο και με τα μητροπολιτικά τους εδάφη, πρέπει να βασίζεται, ως προς τα κοινωνικά, οικονομικά και εμπορικά ζητήματα, στη γενική αρχή της καλής γειτονίας, υπολογίζοντας και τα συμφέροντα και την ευημερία του υπόλοιπου κόσμου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12.

 

Διεθνές Σύστημα Κηδεμονίας

 

Άρθρο 75.

 

Τα Ηνωμένα Έθνη θα ιδρύσουν, υπό την εξουσία τους, ένα διεθνές σύστημα κηδεμονίας για τη διοίκηση και την εποπτεία των περιοχών που θα μπορούν να υπάγονται σí αυτό με μεταγενέστερες ιδιαίτερες συμφωνίες.  Αυτές οι περιοχές αναφέρονται από δω και πέρα ως ´περιοχές υπό κηδεμονίαª.

 

Άρθρο 76.

 

Οι βασικοί στόχοι του συστήματος κηδεμονίας, σύμφωνα με τους Σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών που εκθέτονται στο Άρθρο 1 του Χάρτη αυτού, θα είναι:

                α. να ενισχύσει τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.

                β. να ευνοήσει, την πολιτική, οικονομική και κοινωνική πρόοδο και τη μορφωτική ανάπτυξη των κατοίκων των υπό κηδεμονία  περιοχών και την  προοδευτική τους εξέλιξη προς την αυτοδιοίκηση ή την ανεξαρτησία, όπως θα αρμόζει στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής και στους κατοίκους της, σύμφωνα με τους ελεύθερα εκφραζόμενους πόθους των λαών και κατά τις διατάξεις που θα περιλαμβάνει κάθε συμφωνία κηδεμονίας.

γ. να ενθαρρύνει το σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών για όλους,, χωρίς διάκριση φυλής, φύλου, γλώσσας ή θρησκείας, και να αναπτύξει το αίσθημα της αλληλεξάρτησης των λαών του κόσμου και

δ. να εξασφαλίσει ίση μεταχείριση, στα κοινωνικά, οικονομικά και εμπορικά ζητήματα,  για όλα τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών και τους υπηκόους των, και επίσης ίση μεταχείριση, για τους τελευταίους, στην απονομή δικαιοσύνης, χωρίς να βλάπτεται η επίτευξη των παραπάνω στόχων και με την επιφύλαξη των διατάξεων του Άρθρου 80.

 

Άρθρο 77.

 

1.                    Το σύστημα κηδεμονίας θα εφαρμόζεται σε περιοχές που ανήκουν στις παρακάτω κατηγορίες και που θα υπάγονται σí αυτό με συμφωνίες κηδεμονίας:

α. περιοχές που τώρα βρίσκονται υπό εντολή.

                β. περιοχές που μπορούν να αποσπαστούν από εχθρικά κράτη ως αποτέλεσμα του Δεύτερου  Παγκόσμιου Πολέμου                 και

                γ. περιοχές τις οποίες κράτη υπεύθυνα για τη διοίκησή  τους τις υπάγουν με τη θέληση τους στο σύστημα.

2.                    Μεταγενέστερη συμφωνία θα ορίσει ποιες περιοχές που ανήκουν στις παραπάνω κατηγορίες θα υπαχθούν στο σύστημα κηδεμονίας και με ποιους όρους.

 

Άρθρο 78.

 

Το σύστημα κηδεμονίας δε θα εφαρμόζεται σε περιοχές που έχουν γίνει  Μέλη των Ηνωμένων Εθνών, εφόσον οι μεταξύ των Μελών σχέσεις πρέπει να βασίζονται στο σεβασμό της αρχής της κυρίαρχης ισότητας.

 

Άρθρο 79.

 

Οι όροι της κηδεμονίας για κάθε περιοχή που θα υπάγεται  στο σύστημα κηδεμονίας, καθώς και κάθε αλλαγή ή τροποποίησή τους,  θα συμφωνούνται από τα  αμέσως ενδιαφερόμενα κράτη στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η εντολοδόχα δύναμη, προκειμένου για τις περιοχές που βρίσκονται υπό εντολή Μέλους των Ηνωμένων Εθνών, και θα επικυρώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις των Άρθρων 83 και 85.

 

Άρθρο 80.

 

1.                    Με την εξαίρεση όσων  θα προβλέπουν ιδιαίτερες συμφωνίες κηδεμονίας που θα γίνουν σύμφωνα με τα Άρθρα 77, 79 και 81 και που θα υπάγουν κάθε περιοχή στο σύστημα κηδεμονίας, και ως τη στιγμή που αυτές οι συμφωνίες θα έχουν συναφθεί , καμιά διάταξη αυτού του Κεφαλαίου δεν πρέπει να ερμηνευτεί ότι  τροποποιεί, άμεσα ή έμμεσα, με οποιονδήποτε τρόπο, τα οποιαδήποτε δικαιώματα οποιουδήποτε κράτους ή οποιουδήποτε λαού ή τους όρους διεθνών πράξεων που ισχύουν και τις οποίες μπορεί να έχουν υπογράψει Μέλη των Ηνωμένων Εθνών.

2.                    Η παράγραφος 1 αυτού του Άρθρου δεν πρέπει να ερμηνευτεί ότι δίνει λαβή για καθυστέρηση ή αναβολή στις διαπραγματεύσεις ή στη σύναψη συμφωνιών για την υπαγωγή στο σύστημα κηδεμονίας περιοχών  υπό εντολή ή άλλων περιοχών, όπως προβλέπεται από το Άρθρο 77.

 

Άρθρο 81.

 

Η συμφωνία κηδεμονίας θα πρέπει να περιλαμβάνει, σε κάθε περίπτωση, τους όρους υπό τους οποίους θα διοικείται η κηδεμονευόμενη περιοχή και να ορίζει την αρχή που θα τη διοικεί.  Η αρχή αυτή, που από δω και πέρα ονομάζεται ´αρχή επιφορτισμένη με τη διοίκησηª, μπορεί να είναι ένα ή περισσότερα κράτη ή ο ίδιος ο Οργανισμός.

 

Άρθρο 82.

 

Σε κάθε συμφωνία κηδεμονίας μπορεί να καθορίζεται μία ή περισσότερες στρατηγικές ζώνες που μπορεί να περιλαμβάνουν μέρος ή το σύνολο της κηδεμονευόμενης περιοχής για την οποία ισχύει η συμφωνία, χωρίς αυτό να θίγει καμιά  ειδική συμφωνία ή συμφωνίες που έγιναν σύμφωνα με το Άρθρο 43.

 

Άρθρο 83.

 

1.                    Όλα τα σχετικά με τις στρατηγικές ζώνες καθήκοντα των Ηνωμένων Εθνών, στα οποία περιλαμβάνεται και έγκριση των όρων των συμφωνιών κηδεμονίας καθώς και της ενδεχόμενης αλλαγής ή τροποποίησής τους, θα ασκούνται από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

2.             Οι βασικοί στόχοι που εκθέτονται στο Άρθρο 76 θα ισχύουν για τους λαούς κάθε στρατηγικής ζώνης.

3.                    Το Συμβούλιο Ασφαλείας, με την επιφύλαξη των διατάξεων των συμφωνιών κηδεμονίας και χωρίς να θίγεται η ασφάλεια των περιοχών, θα καταφεύγει στη βοήθεια του Συμβουλίου Κηδεμονίας για να εκτελεί τα καθήκοντα εκείνα που, σύμφωνα με το σύστημα κηδεμονίας, έχουν τα Ηνωμένα Έθνη σχετικά με πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά ζητήματα των στρατηγικών ζωνών.

 

Άρθρο 84.

 

Θα αποτελεί καθήκον της επιφορτισμένης με τη διοίκηση αρχής να φροντίζει ώστε η κηδεμονευόμενη περιοχή να συμβάλλει στη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Γιí αυτόν το σκοπό η επιφορτισμένη με τη διοίκηση αρχή μπορεί να χρησιμοποιεί εθελοντικές δυνάμεις, διευκολύνσεις και βοήθεια, που θα παρέχονται από την κηδεμονευόμενη περιοχή για την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων προς το Συμβούλιο Ασφαλείας που έχει αναλάβει η  επιφορτισμένη με τη διοίκηση αρχή, καθώς και για την τοπική άμυνα και τη διατήρηση της  δημόσιας τάξεως στην κηδεμονευόμενη περιοχή.

 

Άρθρο 85.

 

1.                    Τα σχετικά με τις συμφωνίες κηδεμονίας καθήκοντα των Ηνωμένων Εθνών, για όλες τις ζώνες που δε χαρακτηρίζονται στρατηγικές, στα οποία περιλαμβάνεται και η έγκριση των όρων των συμφωνιών κηδεμονίας και της αλλαγής ή τροποποίησής τους, θα ασκούνται από τη Γενική Συνέλευση.

2.                    Το Συμβούλιο Κηδεμονίας, ενεργώντας με εξουσιοδότηση της Γενικής Συνελεύσεως, θα βοηθά τη Γενική Συνέλευση στην εκτέλεση των καθηκόντων  της.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

 

Το Συμβούλιο Κηδεμονίας

 

Σύνθεση

 

Άρθρο 86.

 

1.                    Το Συμβούλιο Κηδεμονίας θα αποτελείται από τα  εξής Μέλη των Ηνωμένων Εθνών:

α. τα Μέλη που διοικούν κηδεμονευόμενες περιοχές,

β. τα Μέλη που αναφέρονται ονομαστικά στο Άρθρο 23 και δε διοικούν κηδεμονευόμενες περιοχές, και

γ. τόσα άλλα Μέλη, που θα τα εκλέγει η Γενική Συνέλευση για διάστημα τριών ετών, όσα θα είναι απαραίτητα  ώστε ο συνολικός αριθμός των μελών του Συμβουλίου  Κηδεμονίας να μοιράζεται εξίσου σε Μέλη που διοικούν και  σε Μέλη που δε διοικούν κηδεμονευόμενες περιοχές.

2.                    Κάθε μέλος του Συμβουλίου  Κηδεμονίας θα ορίζει, για να το αντιπροσωπεύει στο Συμβούλιο, ένα πρόσωπο ειδικά εξουσιοδοτημένο.

 

Καθήκοντα και Εξουσίες

 

Άρθρο 87.

 

Η Γενική Συνέλευση και, με εξουσιοδότησή της, το Συμβούλιο Κηδεμονίας στην εκτέλεση των καθηκόντων τους μπορούν:

α. να εξετάζουν εκθέσεις που θα τους υποβάλλονται από την επιφορτισμένη με τη διοίκηση αρχή,

β. να δέχονται αιτήσεις και να τις εξετάζουν μαζί με την επιφορτισμένη με τη διοίκηση αρχή,

γ. να φροντίζουν για περιοδικές επισκέψεις στις κηδεμονευόμενες περιοχές, σε ημερομηνίες που θα συμφωνούνται με την αρχή την επιφορτισμένη με τη διοίκηση της καθεμιάς,

δ. να αναλαμβάνουν αυτές και άλλες ενέργειες, σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών κηδεμονίας.

 

Άρθρο 88.

 

Το Συμβούλιο Κηδεμονίας θα συντάσσει ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με την πολιτική, οικονομική και κοινωνική πρόοδο και με την εκπαιδευτική ανάπτυξη των κατοίκων κάθε κηδεμονευόμενης περιοχής, και η επιφορτισμένη με τη διοίκηση αρχή, με βάση αυτό το ερωτηματολόγιο, θα υποβάλλει στη Γενική Συνέλευση μια ετήσια έκθεση για κάθε κηδεμονευόμενη περιοχή που βρίσκεται στη δικαιοδοσία της Γενικής Συνελεύσεως.

 

Ψηφοφορία

 

Άρθρο 89.

 

1.                    Κάθε Μέλος του Συμβουλίου Κηδεμονίας θα έχει μία ψήφο.

2.                    Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Κηδεμονίας θα λαμβάνονται από την πλειοψηφία των μελών που είναι παρόντα και ψηφίζουν.

 

Διαδικασία

 

Άρθρο 90.

 

1.                    Το Συμβούλιο Κηδεμονίας θα καταρτίσει τον εσωτερικό του κανονισμό, στον οποίο θα ορίζεται και ο τρόπος εκλογής του Προέδρου του.

3.                    Το Συμβούλιο Κηδεμονίας θα συνεδριάζει ανάλογα με τις ανάγκες, σύμφωνα  με τον κανονισμό του, ο οποίος θα περιλαμβάνει διάταξη για τη σύγκληση του Συμβουλίου ύστερα από αίτηση της πλειοψηφίας των μελών.

 

Άρθρο 91.

 

Το Συμβούλιο Κηδεμονίας θα ζητά όποτε είναι  ανάγκη τη βοήθεια του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου και των ειδικευμένων οργανώσεων, σχετικά με ζητήματα της αρμοδιότητάς τους.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14.

 

Το Διεθνές Δικαστήριο.

 

Άρθρο 92.

 

Το Διεθνές Δικαστήριο αποτελεί το κύριο δικαστικό όργανο των Ηνωμένων Εθνών.  Θα λειτουργεί σύμφωνα με το προσαρτημένο εδώ Καταστατικό, που βασίζεται στο Καταστατικό του Μόνιμου Διεθνούς Δικαστηρίου και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού του Χάρτη.

 

Άρθρο 93.

 

1.                    Όλα τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών αποδέχονται αυτοδικαίως το Καταστατικό του Διεθνούς Δικαστηρίου.

2.                    Κράτος που δεν είναι Μέλος των Ηνωμένων Εθνών μπορεί να αποδεχτεί το Καταστατικό του Διεθνούς Δικαστηρίου, με όρους που θα καθορίζονται κάθε φορά από τη Γενική Συνέλευση, ύστερα από πρόταση του Συμβουλίου Ασφαλείας.

 

Άρθρο 94.

 

1.                    Κάθε Μέλος των Ηνωμένων Εθνών αναλαμβάνει την υποχρέωση να συμμορφώνεται με την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου σε κάθε υπόθεση στην οποία είναι διάδικος.

2.                    Αν ένας αντίδικος σε μία υπόθεση δεν εκτελέσει τις υποχρεώσεις που του επιβάλλονται σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου, ο άλλος αντίδικος δικαιούται να καταφύγει στο Συμβούλιο Ασφαλείας, το οποίο μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να κάνει συστάσεις ή να αποφασίσει για τα μέτρα που θα ληφθούν, ώστε να εκτελεστεί η δικαστική απόφαση.

 

Άρθρο 95.

 

Καμιά διάταξη αυτού του Χάρτη δεν εμποδίζει τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών να εμπιστεύονται την επίλυση των διαφορών τους σε άλλα δικαστήρια, με βάση συμφωνίες που ήδη ισχύουν ή που μπορεί να συναφθούν στο μέλλον.

 

Άρθρο 96.

 

1.                    Η  Γενική Συνέλευση ή το Συμβούλιο Ασφαλείας μπορούν να ζητούν από το Διεθνές Δικαστήριο να γνωμοδοτεί για οποιοδήποτε νομικό θέμα.

2.                    Άλλα όργανα των Ηνωμένων Εθνών και ειδικευμένες οργανώσεις, που οποιαδήποτε στιγμή θα έπαιρναν τέτοια εξουσιοδότηση από τη Γενική Συνέλευση, μπορούν επίσης να ζητούν γνωμοδότηση του Δικαστηρίου για νομικά θέματα που ανακύπτουν στα πλαίσια των δραστηριοτήτων τους.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15.

 

Η Γραμματεία

 

Άρθρο 97.

 

Η Γραμματεία  θα περιλαμβάνει ένα Γενικό Γραμματέα και το προσωπικό που θα χρειάζεται ο Οργανισμός. Ο Γενικός Γραμματέας θα διορίζεται από τη Γενική Συνέλευση, ύστερα από πρόταση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Θα είναι ο ανώτατος διοικητικός υπάλληλος του Οργανισμού.

 

Άρθρο 98.

 

Ο Γενικός Γραμματέας θα ενεργεί με την ιδιότητά του αυτή σε όλες τις συνεδριάσεις της Γενικής Συνελεύσεως, του Συμβουλίου Ασφαλείας, του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου και του Συμβουλίου Κηδεμονίας και θα εκτελεί όλα τα άλλα καθήκοντα που θα του αναθέτονται από τα όργανα αυτά.  Ο Γενικός Γραμματέας θα υποβάλλει στη Γενική Συνέλευση ετήσιες εκθέσεις για το έργο του Οργανισμού.

 

Άρθρο 99.

 

Ο Γενικός Γραμματέας μπορεί να επιστήσει την προσοχή του Συμβουλίου Ασφαλείας σε ζητήματα που κατά τη γνώμη του μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

 

Άρθρο 100.

 

1.                    Στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο Γενικός Γραμματέας και το προσωπικό δε θα ζητούν ούτε θα δέχονται οδηγίες από καμία κυβέρνηση ή από άλλη αρχή, ξένη προς τον Οργανισμό.  Θα αποφεύγουν οποιαδήποτε πράξη ασυμβίβαστη με τη θέση τους ως διεθνών υπαλλήλων και δε θα είναι υπεύθυνοι παρά μόνο απέναντι στον Οργανισμό.

2.                    Κάθε Μέλος των Ηνωμένων Εθνών αναλαμβάνει την υποχρέωση να σέβεται τον αποκλειστικά διεθνή χαρακτήρα των καθηκόντων του Γενικού Γραμματέα και του προσωπικού και να  μην προσπαθεί να τους επηρεάζει στην εκτέλεση του έργου τους.

 

Άρθρο 101.

 

1.                    Το προσωπικό θα διορίζεται από το Γενικό Γραμματέα, σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται από τη Γενική Συνέλευση.

2.                    Ιδιαίτερο προσωπικό θα παραχωρείται μόνιμα στο Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο, στο Συμβούλιο Κηδεμονίας και, σύμφωνα με τις ανάγκες, στα άλλα όργανα των Ηνωμένων Εθνών.  Αυτό το προσωπικό θα αποτελεί μέρος της Γραμματείας.

3.                    Βασικό κριτήριο για την πρόσληψη του προσωπικού και τον καθορισμό των όρων εργασίας του πρέπει να αποτελεί η ανάγκη να εξασφαλιστούν για τον Οργανισμό οι υπηρεσίες προσώπων που να είναι όσο γίνεται περισσότερο δραστήρια, ικανά και ακέραια.  Πρέπει να δοθεί η οφειλόμενη προσοχή στη σπουδαιότητα που έχει το να γίνει η πρόσληψη του προσωπικού με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16.

 

Διάφορες Διατάξεις

 

Άρθρο 102.

 

1.                    Κάθε συνθήκη ή διεθνής συμφωνία που θα  υπογράφει ένα Μέλος των Ηνωμένων Εθνών, αφού θα έχει  αρχίσει να ισχύει αυτός ο Χάρτης, θα καταχωρίζεται το ταχύτερο δυνατό στη Γραμματεία, η οποία και θα τη δημοσιεύει.

2.                    Κανένα συμβαλλόμενο μέρος μιας τέτοιας συνθήκης ή διεθνούς συμφωνίας, οι οποίες δε θα έχουν καταχωριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 αυτού του  Άρθρου, δε θα μπορεί να επικαλεστεί, σε όργανο των Ηνωμένων Εθνών, αυτή τη συνθήκη ή αυτή τη συμφωνία.

 

Άρθρο 103.

 

Αν υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στις υποχρεώσεις που έχουν τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών σύμφωνα με αυτόν το Χάρτη και στις υποχρεώσεις που πηγάζουν από οποιαδήποτε άλλη διεθνή συμφωνία, θα υπερισχύουν οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από αυτόν το Χάρτη.

 

Άρθρο 104.

 

Ο Οργανισμός θα έχει στο έδαφος καθενός από τα Μέλη του την ικανότητα δικαίου που θα είναι αναγκαία για να ασκεί τα καθήκοντά του και να εκπληρώνει τους σκοπούς του.

 

Άρθρο 105.

 

1.                    Ο Οργανισμός απολαμβάνει στο έδαφος καθενός από τα Μέλη του τα προνόμια  και τις ατέλειες που είναι αναγκαία για να εκπληρώνει τους σκοπούς του.

2.                    Οι αντιπρόσωποι των Μελών των Ηνωμένων Εθνών και οι υπάλληλοι του Οργανισμού θα απολαμβάνουν επίσης τα προνόμια  και τις ατέλειες που τους είναι αναγκαία για να ασκούν εντελώς ανεξάρτητα τα καθήκοντά τους σε σχέση με τον Οργανισμό.

3.                    Η Γενική Συνέλευση μπορεί να κάνει συστάσεις αποβλέποντας στον καθορισμό των λεπτομερειών για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 αυτού του Άρθρου ή μπορεί να προτείνει στα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών συμβάσεις γιí αυτόν το σκοπό.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17.

 

Μεταβατικές Διατάξεις Ασφάλειας

 

Άρθρο 106.

 

Ώσπου νí αρχίσουν να ισχύουν οι ειδικές συμφωνίες που αναφέρονται στο Άρθρο 43 και που θα επιτρέψουν στο Συμβούλιο Ασφαλείας, κατά την κρίση του, νí αρχίσει να ασκεί τα  καθήκοντα που του αναθέτονται με το Άρθρο 42, τα μέλη της Τετραεθνούς Διακηρύξεως που υπογράφηκε στη Μόσχα στις 30 Οκτωβρίου 1943 και η Γαλλία θα συσκέπτονται μεταξύ τους και, αν το απαιτεί η περίσταση, και με άλλα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 5 αυτής της Διακηρύξεως, με σκοπό να αναλαμβάνουν, εξ ονόματος του Οργανισμού, τις κοινές ενέργειες που θα ήταν αναγκαίες για να διατηρηθεί η διεθνής ειρήνη και ασφάλεια.

 

Άρθρο 107.

 

Καμιά διάταξη αυτού του Χάρτη δε θίγει ή εμποδίζει ενέργεια εναντίον κράτους που κατά  τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου υπήρξε εχθρός ενός από όσους υπογράφουν αυτόν το Χάρτη, εφόσον την ενέργεια αυτή την έχουν αναλάβει ή την έχουν επιτρέψει, ως συνέπεια αυτού του πολέμου, οι κυβερνήσεις που  έχουν την ευθύνη για την ενέργεια αυτή.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18.

 

Τροποποιήσεις

 

Άρθρο 108.

 

Οι τροποποιήσεις αυτού του Χάρτη θα αρχίσουν να ισχύουν για όλα τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών όταν θα έχουν εγκριθεί με ψήφο των δύο τρίτων των μελών της Γενικής Συνελεύσεως και θα έχουν επικυρωθεί, σύμφωνα με τις συνταγματικές διαδικασίες κάθε κράτους, από τα δύο τρίτα των Μελών των Ηνωμένων Εθνών, στα οποία θα συμπεριλαμβάνονται και όλα τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.

 

Άρθρο 109.

 

1.                    Γενική Συνδιάσκεψη των Μελών των Ηνωμένων Εθνών για την αναθεώρηση αυτού του Χάρτη θα μπορεί να συγκαλείται σε ημερομηνία και τόπο που θα ορίζεται με ψήφο των δύο τρίτων των μελών της Γενικής Συνελεύσεως και με ψήφο εννέα από τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.   Κάθε Μέλος των Ηνωμένων Εθνών θα έχει μία ψήφο στη συνδιάσκεψη.

2.                    Κάθε μεταβολή αυτού του Χάρτη που θα προτείνεται από τη Συνδιάσκεψη με πλειοψηφία των δύο τρίτων θα αποκτά ισχύ όταν επικυρώνεται, σύμφωνα με τις συνταγματικές διαδικασίες του κάθε κράτους, από τα δύο τρίτα των Μελών των Ηνωμένων Εθνών, στα οποία θα περιλαμβάνονται όλα τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.

3.                    Αν, ως τη δέκατη ετήσια σύνοδο της Γενικής Συνελεύσεως από την ημέρα που άρχισε να ισχύει αυτός ο Χάρτης, δεν έχει συγκληθεί τέτοια συνδιάσκεψη, η πρόταση για τη σύγκλησή της θα περιληφθεί στην ημερήσια διάταξη αυτής της συνόδου της Γενικής Συνελεύσεως, και η συνδιάσκεψη θα γίνει αν αυτό αποφασιστεί από την πλειοψηφία των μελών της Γενικής Συνελεύσεως και από την ψήφο εφτά από τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19.

 

Επικύρωση και υπογραφή

 

Άρθρο 110.

 

1.                    Ο Χάρτης αυτός θα επικυρωθεί  από τα κράτη που τον υπογράφουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές διαδικασίες του κάθε κράτους.

2.                    Οι επικυρώσεις θα κατατεθούν στην Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που θα ειδοποιεί για κάθε κατάθεση επικύρωσης όλα τα κράτη που υπογράφουν, καθώς και το Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού, όταν θα έχει διοριστεί.

3.                    Ο Χάρτης αυτός θα αρχίσει να ισχύει μόλις κατατεθούν οι επικυρώσεις από τη Δημοκρατία της Κίνας, τη Γαλλία, την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, και από την πλειοψηφία των άλλων κρατών που υπογράφουν.  Ύστερα η Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών θα συντάξει ένα πρωτόκολλο για την κατάθεση των επικυρώσεων και θα κοινοποιήσει αντίγραφά του σε όλα τα κράτη που υπογράφουν το Χάρτη.

4.                    Αφού αρχίσει να ισχύει ο Χάρτης αυτός, τα κράτη που τον υπογράφουν και τον επικυρώνουν θα γίνουν αρχικά Μέλη των Ηνωμένων Εθνών από την ημέρα που το καθένα τους θα έχει καταθέσει την επικύρωσή του.

 

 

Άρθρο 111.

 

Ο Χάρτης αυτός, του οποίου το κινέζικο, γαλλικό, ρωσικό, αγγλικό και ισπανικό κείμενο είναι εξίσου αυθεντικά, θα μείνει κατατεθειμένος στα αρχεία της Κυβερνήσεως των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.  Αντίγραφά του, κανονικά επικυρωμένα, θα διαβιβαστούν από τη Κυβέρνηση αυτή στις Κυβερνήσεις των άλλων κρατών που τον υπογράφουν.

 

ΒΕΒΑΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΑΡΑΠΑΝΩ οι αντιπρόσωποι των κυβερνήσεων των Ηνωμένων Εθνών υπέγραψαν αυτόν το Χάρτη.

 

ΕΓΙΝΕ στην πόλη του Άγιου Φραγκίσκου στις είκοσι έξι Ιουνίου του χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε.

 


 

ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Άρθρο 1.

 

Το Διεθνές Δικαστήριο, που ιδρύθηκε με το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ως το κύριο δικαστικό όργανο των Ηνωμένων Εθνών, θα συγκροτηθεί και θα λειτουργεί σύμφωνα με  τις διατάξεις  αυτού του Καταστατικού.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1.

 

Οργάνωση του Δικαστηρίου

 

Άρθρο 2.

 

Το Δικαστήριο θα είναι ένα σώμα ανεξάρτητων δικαστών που θα εκλέγονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η εθνικότητά  τους, μεταξύ προσώπων με υψηλότατο ηθικό κύρος, που θα συγκεντρώνουν τα προσόντα που απαιτούνται στη χώρα του καθενός για να ασκήσουν τα ανώτατα  δικαστικά λειτουργήματα ή θα είναι νομομαθείς με αναγνωρισμένη αρμοδιότητα στο διεθνές δίκαιο.

 

Άρθρο 3.

 

1.                    Το Δικαστήριο θα αποτελείται από δεκαπέντε μέλη, διαφορετικής εθνικότητας το καθένα.

2.                    Προκειμένου να γίνει μέλος του Δικαστηρίου ένα πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είναι υπήκοος περισσότερων από ένα κρατών, θα θεωρηθεί ότι είναι υπήκοος του κράτους στο οποίο κανονικά ασκεί τα αστικά και πολιτικά του δικαιώματα.

 

Άρθρο 4.

 

1.                    Τα μέλη του Δικαστηρίου θα τα εκλέγουν η Γενική Συνέλευση και το Συμβούλιο Ασφαλείας, από έναν κατάλογο προσώπων που θα  υποδεικνύονται από τις εθνικές ομάδες του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις παρακάτω διατάξεις.

2.                    Στην περίπτωση των Μελών των Ηνωμένων Εθνών που δεν αντιπροσωπεύονται στο Μόνιμο Διαιτητικό Δικαστήριο, οι υποψήφιοι θα υποδεικνύονται από εθνικές ομάδες, που θα ορίζονται γιí αυτόν το σκοπό από τις κυβερνήσεις τους, με τους ίδιους όρους που προβλέπονται για τα μέλη του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου στο Άρθρο 44 της Συνθήκης της Χάγης, του 1907, για την ειρηνική διευθέτηση των διεθνών διαφορών. 

3.                    Οι όροι με τους οποίους ένα κράτος, που υπογράφει το Καταστατικό αυτό αλλά δεν είναι Μέλος των Ηνωμένων Εθνών, θα μπορεί να μετέχει στην εκλογή των μελών του Δικαστηρίου θα ορίζονται, εφόσον δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, από τη Γενική Συνέλευση, με πρόταση του  Συμβουλίου Ασφαλείας.

 

Άρθρο 5.

 

1.                    Τρεις μήνες τουλάχιστον πριν από την ημερομηνία της εκλογής, ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών θα απευθύνει γραπτή πρόσκληση προς τα μέλη του Μόνιμου Διαιτητικού Δικαστηρίου που ανήκουν στα κράτη που θα έχουν υπογράψει αυτό το Καταστατικό και στα μέλη των εθνικών ομάδων που θα έχουν οριστεί σύμφωνα με το Άρθρο 4, παράγραφος 2, ζητώντας τους να προχωρήσουν, μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα και κατά εθνικές ομάδες, στην υπόδειξη προσώπων που θα είναι σε θέση να αναλάβουν τα καθήκοντα μέλους του Δικαστηρίου.

2.                    Καμιά ομάδα δεν μπορεί να υποδείξει περισσότερα από τέσσερα πρόσωπα, από τα οποία δύο το πολύ θα είναι της ίδιας με αυτήν εθνικότητας. Σε καμιά περίπτωση ο αριθμός των υποψηφίων που υποδεικνύονται από μία ομάδα δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από το διπλάσιο του αριθμού των εδρών που πρόκειται να πληρωθούν.

 

Άρθρο 6.

 

Γίνεται σύσταση στις εθνικές ομάδες, πριν κάνουν αυτές τις υποδείξεις προσώπων, να συμβουλεύονται το ανώτατο δικαστήριο της χώρας τους, τις νομικές της σχολές και τα εθνικά τμήματα διεθνών ακαδημιών  που επιδίδονται στη μελέτη του δικαίου.

 

Άρθρο 7.

 

1.                    Ο Γενικός Γραμματέας θα καταρτίζει αλφαβητικό κατάλογο όλων των προσώπων που θα έχουν υποδειχτεί με αυτή τη διαδικασία.  Αυτά τα πρόσωπα θα είναι τα μόνα εκλέξιμα, εκτός από την περίπτωση που προβλέπεται από το Άρθρο 12, παράγραφος 2.

2.                    Ο Γενικός Γραμματέας θα υποβάλλει αυτόν τον κατάλογο στη Γενική Συνέλευση και  στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

 

Άρθρο 8.

 

Η Γενική Συνέλευση και το Συμβούλιο Ασφαλείας θα προχωρούν, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, στην εκλογή των μελών του Δικαστηρίου.

 

Άρθρο 9.

 

Σε κάθε εκλογή οι εκλέκτορες θα έχουν υπόψη τους όχι μόνο ότι τα πρόσωπα που πρόκειται να εκλεγούν πρέπει, ως άτομα, να συγκεντρώνουν τα απαιτούμενα προσόντα, αλλά επίσης ότι πρέπει να εξασφαλίζουν στο σώμα, ως σύνολο, την αντιπροσώπευση  των σπουδαιότερων μορφών πολιτισμού και των κυριότερων νομικών συστημάτων του κόσμου.

 

Άρθρο 10.

 

1.                    Θα θεωρούνται εκλεγμένοι οι υποψήφιοι που ψηφίζονται με απόλυτη πλειοψηφία στη Γενική Συνέλευση και στο Συμβούλιο Ασφαλείας.

2.                    Δε θα γίνεται καμιά διάκριση ανάμεσα στις ψήφους των μόνιμων και των μη μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, όταν πρόκειται για την εκλογή δικαστών ή για τον ορισμό των μελών της επιτροπής για την οποία γίνεται λόγος στη συνέχεια, στο Άρθρο 12.

3.                    Σε περίπτωση που περισσότεροι από ένας υπήκοοι του ίδιου κράτους ψηφίζονται με απόλυτη πλειοψηφία τόσο από τη Γενική Συνέλευση όσο και από το Συμβούλιο Ασφαλείας, θα θεωρείται από αυτούς εκλεγμένος μόνο  ο μεγαλύτερος στην ηλικία.

 

Άρθρο 11.

 

Αν, μετά την πρώτη συνεδρίαση που έγινε για την εκλογή, μία ή περισσότερες έδρες παραμένουν κενές, θα γίνεται δεύτερη και, αν είναι ανάγκη, και τρίτη συνεδρίαση, με την ίδια διαδικασία.

 

 

Άρθρο 12.

 

1.                    Αν ύστερα από την τρίτη συνεδρίαση μία ή περισσότερες έδρες μένουν κενές, μπορεί να συγκροτηθεί, οποιαδήποτε στιγμή και ύστερα από αίτηση είτε της Γενικής Συνελεύσεως είτε του Συμβουλίου Ασφαλείας, μια μεικτή επιτροπή από έξι μέλη, τρία ορισμένα από  τη Γενική Συνέλευση  και τρία από το Συμβούλιο Ασφαλείας, με σκοπό να επιλέξει με απόλυτη πλειοψηφία ένα όνομα για κάθε έδρα που θα μένει ακόμα κενή, και να τα υποβάλει για να εγκριθούν χωριστά από τη Γενική Συνέλευση  και  από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

2.                    Αν η μικτή επιτροπή συμφωνήσει ομόφωνα για ένα πρόσωπο που εκπληρώνει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, μπορεί να περιλάβει στον κατάλογό της το πρόσωπο αυτό, ακόμη και αν δεν υπήρχε στον κατάλογο των προσώπων που υποδεικνύονταν σύμφωνα με το Άρθρο 7.

3.                    Αν η μικτή επιτροπή πειστεί ότι δε θα κατορθώσει να καταλήξει σε εκλογή, τα μέλη του Δικαστηρίου που θα έχουν ήδη εκλεγεί θα προχωρήσουν, σε προθεσμία  που θα οριστεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας, στην πλήρωση των κενών εδρών με επιλογή μεταξύ εκείνων των υποψηφίων που θα έχουν ψηφιστεί είτε από τη Γενική Συνέλευση είτε από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

4.                    Σε περίπτωση ισοψηφίας μεταξύ των δικαστών, επικρατεί η ψήφος του πρεσβύτερου δικαστή.

 

Άρθρο 13.

 

1.                    Τα μέλη του Δικαστηρίου θα εκλέγονται για εννέα χρόνια και θα μπορούν να επανεκλέγονται με τον όρο, όμως, ότι από τους δικαστές που θα έχουν εκλεγεί στην πρώτη εκλογή, ή θητεία των πέντε θα λήξει με τη συμπλήρωση τριών χρόνων, και η θητεία άλλων πέντε θα λήξει με τη συμπλήρωση έξι χρόνων από την εκλογή.

2.                    Οι δικαστές των οποίων η θητεία θα λήξει στο τέλος των αρχικών περιόδων των τριών και έξι χρόνων που αναφέρονται παραπάνω θα εκλεγούν με κλήρωση που θα κάνει ο Γενικός Γραμματέας, μόλις ολοκληρωθεί η πρώτη εκλογή.

3.                    Τα μέλη του Δικαστηρίου θα συνεχίζουν να εκτελούν τα καθήκοντά τους ως την αντικατάστασή τους.  Αλλά και μετά την αντικατάστασή τους θα τελειώνουν τις υποθέσεις τις οποίες θα έχουν αναλάβει.

4.                    Σε περίπτωση που ένα μέλος του Δικαστηρίου παραιτείται, η παραίτησή του θα απευθύνεται προς τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, για να τη διαβιβάσει στο Γενικό Γραμματέα.  Αυτή η τελευταία κοινοποίηση θα καθιστά την έδρα κενή.

 

Άρθρο 14.

 

Οι κενές έδρες θα συμπληρώνονται με την ίδια μέθοδο που θα έχει ακολουθηθεί στην πρώτη εκλογή, με τον εξής περιορισμό: μέσα σí ένα μήνα από την ημέρα που η έδρα έμεινε κενή ο Γενικός Γραμματέας θα προχωρεί στην αποστολή των προσκλήσεων που προβλέπονται από το Άρθρο 5, και η ημερομηνία της εκλογής θα ορίζεται από το Συμβούλιο Ασφαλείας.

 

Άρθρο 15.

 

Μέλος του Δικαστηρίου που θα  εκλέγεται για να αντικαταστήσει άλλο μέλος, του οποίου η θητεία δε θα έχει λήξει, θα μένει στη θέση του ώσπου να λήξει η θητεία του προκατόχου του.

 

Άρθρο 16.

 

1.                    Κανένα μέλος του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκεί πολιτικό ή διοικητικό λειτούργημα ή να επιδίδεται σε οποιαδήποτε άλλη απασχόληση επαγγελματικού χαρακτήρα.

2.                    Σε περίπτωση αμφιβολίας αποφασίζει  το Δικαστήριο.

 

Άρθρο 17.

 

1.                    Κανένα μέλος του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ενεργεί  ως πληρεξούσιος, σύμβουλος ή δικηγόρος σε οποιαδήποτε υπόθεση.

2.                    Κανένα μέλος του Δικαστηρίου δεν μπορεί να μετέχει στην εκδίκαση μιας υποθέσεως στην οποία είχε πάρει μέρος προηγουμένως ως πληρεξούσιος, σύμβουλος ή δικηγόρος ενός από τους αντιδίκους ή ως μέλος εθνικού ή διεθνούς δικαστηρίου ή εξεταστικής επιτροπής ή με οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα.

3.                    Σε περίπτωση αμφιβολίας αποφασίζει  το Δικαστήριο.

 

 

Άρθρο 18.

 

1.                    Κανένα μέλος του Δικαστηρίου δεν μπορεί να απολυθεί, εκτός αν, κατά την ομόφωνη γνώμη των άλλων μελών, έχει πάψει να εκπληρώνει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.

2.                    Ο Γραμματέας του Δικαστηρίου θα ανακοινώνει επίσημα αυτό το γεγονός στο Γενικό Γραμματέα.

3.                    Αυτή η ανακοίνωση θα καθιστά την έδρα κενή.

 

Άρθρο 19.

 

Τα μέλη του Δικαστηρίου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους θα έχουν διπλωματικά προνόμια και ασυλία.

 

Άρθρο 20.

 

Κάθε μέλος του Δικαστηρίου πριν αναλάβει τα καθήκοντά του θα κάνει, σε δημόσια συνεδρίαση, επίσημη δήλωση ότι θα ασκήσει την εξουσία του αμερόληπτα και ευσυνείδητα.

 

Άρθρο 21.

 

1.                    Το Δικαστήριο θα εκλέγει τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρό του για τρία χρόνια. Αυτοί μπορούν να επανεκλέγονται.

2.                    Το Δικαστήριο θα διορίζει το Γραμματέα του και μπορεί να φροντίσει για το διορισμό άλλων υπαλλήλων, κατά τις ανάγκες του.

 

Άρθρο 22.

 

1.                    Έδρα του Δικαστηρίου ορίζεται η Χάγη.  Αυτό όμως δε θα εμποδίζει το Δικαστήριο να συνεδριάζει και να εκτελεί το έργο του αλλού, όταν το κρίνει επιθυμητό.

2.                    Ο Πρόεδρος και ο το Γραμματέας θα διαμένουν στην έδρα του Δικαστηρίου.

 

Άρθρο 23.

 

1.                    Το Δικαστήριο θα συνεδριάζει συνεχώς, εκτός από τις δικαστικές διακοπές, που ο χρόνος και η διάρκειά τους θα ορίζονται από το Δικαστήριο.

2.                    Τα μέλη του Δικαστηρίου δικαιούνται κατά διαστήματα άδεια, που ο χρόνος και η διάρκειά της θα ορίζονται από το Δικαστήριο, το οποίο θα λαβαίνει υπόψη του και την απόσταση ανάμεσα στη Χάγη και στον τόπο κατοικίας κάθε δικαστή.

3.                    Τα μέλη του Δικαστηρίου θα είναι υποχρεωμένα να βρίσκονται διαρκώς στη διάθεση του Δικαστηρίου, εκτός αν έχουν άδεια ή αν εμποδίζονται να παρίστανται στο Δικαστήριο από αρρώστια ή άλλους σοβαρούς λόγους, που θα εξηγούνται δεόντως στον Πρόεδρο.

 

Άρθρο 24.

 

1.                    Αν, για κάποιον ειδικό λόγο, ένα μέλος του Δικαστηρίου κρίνει ότι δε θα έπρεπε να πάρει μέρος στην εκδίκαση συγκεκριμένης υπόθεσης, πρέπει να ειδοποιήσει τον Πρόεδρο.

2.                    Αν ο Πρόεδρος κρίνει ότι για κάποιον ειδικό λόγο ένα από τα μέλη του Δικαστηρίου δε θα έπρεπε να μετέχει σε συγκεκριμένη υπόθεση, πρέπει να ειδοποιήσει σχετικά το μέλος αυτό.

3.                    Αν σε μία τέτοια περίπτωση το μέλος του Δικαστηρίου και ο Πρόεδρος διαφωνούν, το ζήτημα θα λύνεται με απόφαση του Δικαστηρίου.

 

Άρθρο 25.

 

1.                    Το Δικαστήριο θα συνεδριάζει σε ολομέλεια, εκτός από τις περιπτώσεις για τις οποίες υπάρχει ρητή διαφορετική πρόβλεψη σε άλλο σημείο αυτού  του Καταστατικού. 

2.                    Με τον όρο ότι ο αριθμός των δικαστών που θα είναι διαθέσιμοι για να αποτελέσουν το Δικαστήριο δε θα μειώνεται μí αυτόν τον τρόπο κάτω από τους έντεκα, ο Κανονισμός του Δικαστηρίου μπορεί να ορίζει ότι επιτρέπεται σε  έναν ή περισσότερους δικαστές, κατά τις περιστάσεις και εκ επιτροπής, να απέχουν από τις συνεδριάσεις.

3.                    Απαρτία εννέα δικαστών θα αρκεί για να συγκροτηθεί το Δικαστήριο.

 

Άρθρο 26.

 

1.                    Το Δικαστήριο μπορεί από καιρό σε καιρό να συγκροτεί ένα ή περισσότερα τμήματα, που θα αποτελούνται από τρεις ή περισσότερους δικαστές, όπως θα ορίζει το Δικαστήριο, για να εκδικάζουν ειδικές κατηγορίες υποθέσεων, π.χ. εργατικές υποθέσεις και υποθέσεις που αφορούν τις μεταφορές και τις επικοινωνίες.

2.                    Το Δικαστήριο μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να συγκροτήσει ένα τμήμα που θα εκδικάσει μια ειδική υπόθεση.  Ο αριθμός των δικαστών που θα αποτελούν ένα τέτοιο τμήμα θα ορίζεται από το Δικαστήριο με τη συναίνεση των διαδίκων.

3.                    Τα τμήματα που προβλέπονται από το Άρθρο αυτό θα εκδικάζουν υποθέσεις και θα εκδίδουν αποφάσεις, αν το ζητούν οι διάδικοι.

 

Άρθρο 27.

 

Κάθε απόφαση ενός από τα τμήματα που προβλέπονται από τα Άρθρα 26 και 29 θα θεωρείται ότι εκδόθηκε από το Δικαστήριο.

 

Άρθρο 28.

 

Τα τμήματα που προβλέπονται από τα Άρθρα 26 και 29 μπορούν, με τη συναίνεση των διαδίκων, να συνεδριάζουν και να επιτελούν το έργο τους και αλλού, εκτός από τη Χάγη.

 

Άρθρο 29.

 

Προκειμένου να διεκπεραιώνονται γρήγορα οι εργασίες, το Δικαστήριο θα συγκροτεί κάθε χρόνο ένα τμήμα από πέντε δικαστές, οι οποίοι, ύστερα από αίτηση των διαδίκων, θα μπορούν να εκδικάζουν υποθέσεις με συνοπτική διαδικασία.  Επιπλέον, δύο δικαστές θα επιλέγονται για να αντικαθιστούν τους δικαστές που θα είναι αδύνατο να παραστούν στις συνεδριάσεις.

 

Άρθρο 30.

 

1.                    Το Δικαστήριο θα ορίσει τους κανόνες που θα αφορούν τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελεί το έργο του.  Ιδιαίτερα θα ορίσει τους κανόνες διαδικασίας.

2.                    Ο κανονισμός του Δικαστηρίου μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή παρέδρων, χωρίς δικαίωμα ψήφου, στις συνεδριάσεις του Δικαστηρίου και των τμημάτων.

 

Άρθρο 31.

 

1.                    Δικαστές της ίδιας εθνικότητας με τους διαδίκους θα διατηρούν το δικαίωμα να μετέχουν ως δικαστές στην εκδίκαση της υποθέσεως από το Δικαστήριο.

2.                    Αν το Δικαστήριο περιλαμβάνει στο δικαστικό σώμα δικαστή της ίδιας εθνικότητας με έναν από τους διαδίκους, κάθε άλλος διάδικος μπορεί να ορίσει ένα πρόσωπο της εκλογής του, το οποίο θα παραστεί στη δίκη με την ιδιότητα του δικαστή.  Το πρόσωπο αυτό θα είναι, κατά προτίμηση, ένα από τα πρόσωπα που θα έχουν υποδειχτεί ως υποψήφιοι σύμφωνα με τις διατάξεις των Άρθρων 4 και 5.

3.                    Αν το Δικαστήριο δεν περιλαμβάνει στο δικαστικό του σώμα δικαστή της ίδιας εθνικότητας με τους διαδίκους, καθένας απí αυτούς τους διαδίκους μπορεί να προχωρήσει στον ορισμό ενός δικαστή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του Άρθρου αυτού.

4.                    Οι διατάξεις του Άρθρου αυτού θα εφαρμόζονται στην περίπτωση των Άρθρων 26 και 29.  Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Πρόεδρος θα παρακαλεί ένα ή, αν χρειάζεται, δύο από τα μέλη του Δικαστηρίου που αποτελούν το τμήμα να δώσουν τη θέση τους σε μέλη του Δικαστηρίου που θα  είναι της ίδιας εθνικότητας με τα ενδιαφερόμενα μέρη και, αν δεν υπάρχουν τέτοια μέλη ή εμποδίζονται να παραστούν στο Δικαστήριο, στους δικαστές που θα έχουν οριστεί από τους διαδίκους ειδικά γιí αυτόν το σκοπό.

5.                    Αν περισσότεροι διάδικοι είναι ομόδικοι σε μία δίκη, αυτοί θα θεωρηθούν σχετικά με την εφαρμογή των προηγούμενων διατάξεων, ως ένας μόνος διάδικος.  Σε περίπτωση αμφισβήτησης πάνω σí αυτό το θέμα, αποφασίζει το Δικαστήριο.

6.                    Δικαστές που εκλέγονται όπως ορίζεται στις παραγράφους 2, 3 και 4 αυτού του Άρθρου πρέπει να εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται σύμφωνα με τα Άρθρα 2, 17 (παράγραφος 2), 20 και 24 του Καταστατικού αυτού.  Θα συμμετέχουν στην εκδίκαση υποθέσεων ως απολύτως ίσοι προς τους συναδέλφους των.

 

Άρθρο 32.

 

1.                    Κάθε μέλος του Δικαστηρίου θα παίρνει ετήσιο μισθό.

2.                    Ο Πρόεδρος θα παίρνει ένα ειδικό ετήσιο επίδομα.

3.                    Ο Αντιπρόεδρος θα παίρνει ένα ειδικό επίδομα για κάθε ημέρα που θα εκτελεί χρέη Προέδρου.

4.                    Οι δικαστές που θα ορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 31 και που δε θα είναι μέλη του Δικαστηρίου θα παίρνουν αποζημίωση για κάθε ημέρα που θα εκτελούν το έργο τους.

5.                    Αυτοί οι μισθοί, τα επιδόματα και οι αποζημιώσεις θα ορίζονται από τη Γενική Συνέλευση.  Δε θα μπορούν να μειωθούν κατά τη διάρκεια της θητείας.

6.                    Ο μισθός του Γραμματέα θα ορίζεται από τη Γενική Συνέλευση, ύστερα  από πρόταση του Δικαστηρίου.

7.                    Κανονισμός που θα καταρτιστεί από τη Γενική Συνέλευση θα θέτει τους όρους με τους οποίους θα δίνονται συντάξεις στα μέλη του Δικαστηρίου και στο Γραμματέα, και τους όρους με τους οποίους θα χορηγούνται τα οδοιπορικά έξοδα στα μέλη του Δικαστηρίου και στο Γραμματέα.

8.                    Οι παραπάνω μισθοί, τα επιδόματα και οι αποζημιώσεις θα απαλλάσσονται από κάθε φορολογία.

 

Άρθρο 33.

 

Τα έξοδα του Δικαστηρίου θα καλύπτονται από τα Ηνωμένα Έθνη, με τρόπο που θα αποφασιστεί από τη Γενική Συνέλευση.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2.

 

Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

 

Άρθρο 34.

 

1.                    Μόνο τα κράτη μπορούν να είναι διάδικοι σε υποθέσεις που εκδικάζονται από το Δικαστήριο.

2.                    Το Δικαστήριο, με τις προϋποθέσεις που θέτει ο Κανονισμός του, θα μπορεί να ζητά από δημόσιους διεθνείς οργανισμούς πληροφορίες σχετικές με τις υποθέσεις που εκδικάζει, και επίσης θα δέχεται τέτοιες πληροφορίες που θα του δίνουν τέτοιοι οργανισμοί με δική τους πρωτοβουλία.

3.                    Όσες φορές, σε μία υπόθεση που θα εκδικάζεται από το Δικαστήριο, θα αμφισβητείται η ερμηνεία της καταστατικής πράξεως ενός δημόσιου διεθνούς οργανισμού ή η ερμηνεία μιας διεθνούς συμβάσεως που θα έχει συναφθεί σύμφωνα με τις διατάξεις αυτής της πράξεως, ο Γραμματέας θα ειδοποιεί σχετικά τον ενδιαφερόμενο διεθνή οργανισμό και θα του κοινοποιεί αντίγραφα όλων των εγγράφων της διαδικασίας.

 

Άρθρο 35.

 

1.                    Στο Δικαστήριο θα μπορούν να προσφεύγουν τα κράτη που έχουν αποδεχτεί αυτό το Καταστατικό.

2.                    Οι προϋποθέσεις με τις οποίες θα μπορούν να προσφεύγουν στο Δικαστήριο άλλα κράτη θα ορίζονται ñ με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων που περιέχονται στις ισχύουσες συνθήκες ñ από το Συμβούλιο Ασφαλείας, αλλά σε καμία περίπτωση δε θα δημιουργούν για τους διαδίκους ανισότητα απέναντι στο Δικαστήριο.

3.                    Όταν ένα κράτος που δεν είναι Μέλος των Ηνωμένων Εθνών είναι διάδικος σε μία υπόθεση, το Δικαστήριο θα ορίζει το πόσο αυτός ο διάδικος θα είναι υποχρεωμένος να συνεισφέρει για τα έξοδα του Δικαστηρίου.  Αυτή η διάταξη δε θα εφαρμόζεται αν το κράτος για το οποίο γίνεται λόγος μετέχει στα έξοδα του Δικαστηρίου.

 

Άρθρο 36.

 

1.                    Στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιλαμβάνονται όλες οι υποθέσεις τις οποίες οι διάδικοι υποβάλλουν σí αυτό και όλα τα ζητήματα τα οποία προβλέπονται ειδικά στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ή σε ισχύουσες συνθήκες και συμβάσεις.

2.                    Τα κράτη που έχουν αποδεχτεί αυτό το Καταστατικό θα μπορούν οποτεδήποτε να δηλώνουν ότι αναγνωρίζουν, χωρίς ειδική σύμβαση, ως υποχρεωτική τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο κράτος που αναλαμβάνει την ίδια υποχρέωση, για όλες τις νομικές διαφορές που αφορούν:

α. την ερμηνεία μιας συνθήκης,

β. κάθε θέμα διεθνούς δικαίου,

γ. την ύπαρξη γεγονότος που, αν διαπιστωνόταν, θα αποτελούσε παραβίαση διεθνούς υποχρεώσεως,

δ. τη φύση και την έκταση των επανορθώσεων που πρέπει να γίνουν για την παραβίαση μιας διεθνούς υποχρεώσεως.

3.                    Οι δηλώσεις που αναφέρονται παραπάνω μπορούν να γίνουν χωρίς όρους ή με τον όρο της αμοιβαιότητας εκ μέρους μερικών ή ορισμένων κρατών, ή για ορισμένο διάστημα.

4.                    Οι δηλώσεις αυτές θα καταθέτονται στο Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, που θα διαβιβάζει αντίγραφά τους στα κράτη που θεωρούνται συμβαλλόμενα μέρη του Καταστατικού αυτού και στο Γραμματέα του Δικαστηρίου.

5.                    Οι δηλώσεις που έγιναν σύμφωνα με το Άρθρο 36 του Καταστατικού του Μόνιμου Διεθνούς Δικαστηρίου για ένα χρονικό διάστημα που δεν έχει ακόμη λήξει θα θεωρηθούν, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των κρατών που δεσμεύονται από το Καταστατικό αυτό, ως αποδοχή της υποχρεωτικής δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου, για το χρονικό διάστημα που θα μεσολαβήσει ως τη στιγμή που θα πάψουν να ισχύουν, και σύμφωνα με τους όρους των.

6.                    Σε περίπτωση που θα υπάρχει διαφωνία για το αν το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα, το ζήτημα θα λύνεται με απόφαση του Δικαστηρίου.

 

Άρθρο 37.

 

Όσες φορές μια ισχύουσα συνθήκη ή σύμβαση προβλέπει την παραπομπή ενός ζητήματος σε δικαστήριο που θα είχε ιδρυθεί από την Κοινωνία των Εθνών ή στο Διαρκές Δικαστήριο Διεθνούς Δικαιοσύνης, το ζήτημα θα παραπέμπεται στο Διεθνές Δικαστήριο, εφόσον θα πρόκειται για διαφορές μεταξύ κρατών που δεσμεύονται από το Καταστατικό αυτό.

 

Άρθρο 38.

 

1.                    Το Δικαστήριο, που έργο του έχει να εκδικάζει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, τις υποθέσεις που υποβάλλονται  σí αυτό, θα εφαρμόζει:

α. τις διεθνείς συμβάσεις, γενικές ή ειδικές, που θέτουν κανόνες οι οποίοι αναγνωρίζονται ρητά από τα αντίδικα κράτη,

β. το διεθνές εθιμικό δίκαιο, ως απόδειξη γενικής πρακτικής που γίνεται δεκτή ως κανόνας δικαίου ˙

γ. τις γενικές αρχές του δικαίου που αναγνωρίζονται από τα πολιτισμένα έθνη,

δ. με την επιφύλαξη όσων προβλέπουν οι διατάξεις του Άρθρου 59, τις δικαστικές αποφάσεις και τα διδάγματα των πιο αναγνωρισμένων δημοσιολόγων των διάφορων εθνών, ως βοηθητικά μέσα για τον καθορισμό των κανόνων δικαίου.

2.             Αυτή η διάταξη δε θα θίγει την εξουσία του Δικαστηρίου να κρίνει μια υπόθεση ´ex aequo et bonoª, αν οι διάδικοι συμφωνούν σí αυτό.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3.

 

Διαδικασία.

 

Άρθρο 39.

 

1.                    Οι επίσημες γλώσσες του Δικαστηρίου θα είναι η γαλλική και η αγγλική.  Αν οι διάδικοι συμφωνούν να εκδικαστεί η υπόθεση στα γαλλικά, η απόφαση θα εκδίδεται στα γαλλικά.  Αν οι διάδικοι συμφωνούν να εκδικαστεί η υπόθεση στα αγγλικά, η απόφαση θα εκδίδεται στα αγγλικά.

2.                    Αν δεν υπάρχει συμφωνία  για τη γλώσσα που θα χρησιμοποιηθεί, κάθε διάδικος μπορεί, κατά την ακροαματική διαδικασία, να χρησιμοποιεί τη γλώσσα που προτιμά. Η  απόφαση του Δικαστηρίου θα εκδίδεται στα γαλλικά και στα αγγλικά. Σí αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα ορίζει, συγχρόνως, ποιο από τα δύο κείμενα θα θεωρείται αυθεντικό.

3.                    Το Δικαστήριο θα  επιτρέπει  σε οποιονδήποτε διάδικο, ύστερα από αίτησή του, να χρησιμοποιεί  άλλη γλώσσα, εκτός από τα γαλλικά και τα αγγλικά.

 

Άρθρο 40.

 

1.                    Οι υποθέσεις έρχονται στο Δικαστήριο, κατά τις περιστάσεις, είτε με την κοινοποίηση του συνυποσχετικού είτε με γραπτή αίτηση που απευθύνεται στο Γραμματέα.  Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να δηλώνονται το αντικείμενο της διαφοράς και οι διάδικοι.

2.                    Ο Γραμματέας θα κοινοποιεί αμέσως την αίτηση σε όλους τους ενδιαφερομένους.

3.                    Θα ενημερώνει επίσης τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών μέσο του Γενικού Γραμματέα, καθώς και κάθε άλλο κράτος που έχει το δικαίωμα να παρίσταται στο Δικαστήριο.

 

Άρθρο 41.

 

1.                    Το Δικαστήριο θα έχει την εξουσία να υποδεικνύει, αν κρίνει ότι το απαιτούν οι περιστάσεις, τα προσωρινά μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν για να διαφυλαχτούν τα δικαιώματα του κάθε διαδίκου.

2.                    Ώσπου να εκδοθεί η οριστική απόφαση, οι διάδικοι και το Συμβούλιο Ασφαλείας πρέπει να ειδοποιούνται αμέσως για τα μέτρα που υποδεικνύονται.

 

Άρθρο 42.

 

1.                    Οι διάδικοι θα εκπροσωπούνται από πληρεξουσίους.

2.                    Μπορούν να έχουν τη βοήθεια συμβούλων ή δικηγόρων στη δίκη.

3.                    Οι πληρεξούσιοι, ή σύμβουλοι και οι δικηγόροι των διαδίκων θα έχουν στο Δικαστήριο τα πλεονεκτήματα και τα προνόμια που είναι αναγκαία για την ανεξάρτητη άσκηση των καθηκόντων τους.

 

Άρθρο 43.

 

1.                    Η διαδικασία είναι γραπτή και προφορική.

2.                    Η γραπτή διαδικασία θα περιλαμβάνει την κοινοποίηση, στο Δικαστήριο και στους διαδίκους, υπομνημάτων, αντιυπομνημάτων και, αν είναι ανάγκη, αντικρούσεων, καθώς και όλων των δικαιολογητικών και αποδεικτικών εγγράφων.

3.                    Αυτές οι κοινοποιήσεις θα γίνονται μέσο του Γραμματέα, με τη σειρά και μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται από το Δικαστήριο.

4.                    Επικυρωμένο αντίγραφο κάθε αποδεικτικού εγγράφου που θα προσκομίζεται από ένα διάδικο πρέπει να κοινοποιείται στον άλλο διάδικο.

5.                    Η προφορική διαδικασία θα περιλαμβάνει την ακρόαση, εκ μέρους του Δικαστηρίου, μαρτύρων, εμπειρογνωμόνων, πληρεξουσίων, συμβούλων και δικηγόρων.

 

Άρθρο 44.

 

1.                    Για κάθε κοινοποίηση σε άλλα πρόσωπα, εκτός από τους πληρεξουσίους, τους συμβούλους και τους δικηγόρους, το Δικαστήριο θα απευθύνεται αμέσως στην κυβέρνηση του κράτους στου οποίου το έδαφος πρέπει να κοινοποιηθεί το έγγραφο.

2.                    Η ίδια διάταξη θα εφαρμόζεται όσες φορές πρέπει να γίνουν ενέργειες για την επί τόπου διαπίστωση αποδεικτικών στοιχείων.

 

Άρθρο 45.

 

Τη συζήτηση θα τη διευθύνει ο Πρόεδρος ή, αν αυτός δεν μπορεί να προεδρεύσει, ο Αντιπρόεδρος. Αν και οι δύο τους εμποδίζονται, θα προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους παρόντες δικαστές.

 

Άρθρο 46.

 

Η ακροαματική διαδικασία θα είναι δημόσια, εκτός αν το Δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά ή οι διάδικοι ζητήσουν να μη γίνει δεκτό το κοινό.

 

Άρθρο 47.

 

1.                    Από κάθε εξέταση θα κρατούνται πρακτικά, τα οποία θα υπογράφονται από το Γραμματέα και τον Πρόεδρο.

2.                    Μόνο αυτά τα πρακτικά θα είναι αυθεντικά.

 

Άρθρο 48.

 

Το Δικαστήριο θα εκδίδει αποφάσεις για τη διεξαγωγή της δίκης, θα ορίζει τους τύπους και τις προθεσμίες μέσα στις οποίες κάθε διάδικος πρέπει να εκθέτει τα επιχειρήματά του και θα ρυθμίζει ότι έχει σχέση με τη διεξαγωγή των αποδείξεων.

 

Άρθρο 49.

 

Το Δικαστήριο μπορεί, πριν ακόμα αρχίσει η ακροαματική διαδικασία, να ζητά από τους πληρεξουσίους να προσκομίσουν αποδεικτικά έγγραφα ή να δώσουν εξηγήσεις.  Κάθε άρνηση πρέπει να σημειώνεται.

 

Άρθρο 50.

 

Το Δικαστήριο μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να αναθέτει τη διεξαγωγή έρευνας ή πραγματογνωμοσύνη σε οποιοδήποτε πρόσωπο, σώμα, γραφείο, επιτροπή ή άλλον οργανισμό της εκλογής του.

 

Άρθρο 51.

 

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, μπορούν να υποβάλλονται στους μάρτυρες και στους εμπειρογνώμονες σχετικές ερωτήσεις, σύμφωνα με τους όρους που θα έχει θέσει το Δικαστήριο στο δικονομικό κανονισμό που αναφέρεται στο Άρθρο 30.

 

 

Άρθρο 52.

 

Αφού το Δικαστήριο θα έχει δεχτεί τις αποδείξεις και τις μαρτυρικές καταθέσεις μέσα στην προθεσμία που θα έχει ορίσει γιí αυτόν το σκοπό, μπορεί να μη δεχτεί την κατάθεση άλλων προφορικών ή γραπτών αποδεικτικών στοιχείων που ένας από τους διαδίκους θα επιθυμούσε να προσκομίσει, εκτός αν ο άλλος διάδικος συγκατατεθεί.

 

Άρθρο 53.

 

1.                    Όσες φορές ένας από τους διαδίκους δεν εμφανίζεται στο Δικαστήριο ή δεν υπερασπίζει την υπόθεσή του, ο άλλος διάδικος μπορεί να ζητά από το Δικαστήριο να αποφανθεί ευνοϊκά για την απαίτησή του.

2.                    Το Δικαστήριο πρέπει, πριν αποφασίσει, να βεβαιωθεί όχι μόνο ότι είναι αρμόδιο, σύμφωνα με τα Άρθρα 36 και 37, αλλά επίσης και ότι η απαίτηση θεμελιώνεται ουσιαστικά και νομικά.

 

Άρθρο 54.

 

1.                    Όταν, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι, οι σύμβουλοι και οι δικηγόροι θα έχουν συμπληρώσει την εκ μέρους τους ανάπτυξη της υποθέσεως, ο Πρόεδρος θα κηρύσσει τη λήξη της συζητήσεως.

2.                    Το Δικαστήριο θα αποσύρεται για διάσκεψη.

3.                    Οι διασκέψεις του Δικαστηρίου πρέπει να είναι και να παραμένουν μυστικές.

 

Άρθρο 55.

 

1.                    Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου θα λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων δικαστών.

2.                    Σε περίπτωση ισοψηφίας, θα υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου ή του δικαστή που τον αναπληρώνει.

 

Άρθρο 56.

 

1.                    Η απόφαση θα είναι αιτιολογημένη.

2.                    Θα περιέχει τα ονόματα των δικαστών που θα έχουν πάρει μέρος στην έκδοσή της.

 

Άρθρο 57.

 

Αν είτε ολόκληρη η απόφαση είτε ένα μέρος της δεν εκφράζει την ομόφωνη γνώμη των δικαστών, κάθε δικαστής θα έχει το δικαίωμα να διατυπώσει χωριστή γνώμη.

 

Άρθρο 58.

 

Η απόφαση θα υπογράφεται από τον Πρόεδρο και από τον Γραμματέα.  Θα διαβάζεται σε δημόσια συνεδρίαση, αφού θα έχουν ειδοποιηθεί οι πληρεξούσιοι.

 

Άρθρο 59.

 

Η απόφαση του Δικαστηρίου δε θα είναι υποχρεωτική παρά μόνο μεταξύ των διαδίκων και σχετικά με την υπόθεση που εκδικάστηκε.

 

Άρθρο 60.

 

Η απόφαση είναι οριστική και ανέκκλητη. Σε περίπτωση διαφωνίας σχετικά με την έννοια ή την έκταση εφαρμογής της, το Δικαστήριο θα ερμηνεύει την απόφαση ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε από τους διαδίκους.

 

Άρθρο 61.

 

1.                    Για την αναθεώρηση αποφάσεως μπορεί να υποβληθεί αίτηση μόνο όταν αυτή βασίζεται στην ανακάλυψη γεγονότος που από τη φύση του να αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για τη δίκη και που ήταν, τον καιρό που εκδόθηκε η   απόφαση, άγνωστο στο Δικαστήριο καθώς και στο διάδικο που ζητά αναθεώρηση, με την προϋπόθεση, πάντοτε, ότι αυτή η άγνοια δεν οφειλόταν σε αμέλεια.

2.                    Η διαδικασία της αναθεωρήσεως θα αρχίζει με απόφαση του Δικαστηρίου, που θα διαπιστώνει ρητά την ύπαρξη του νέου γεγονότος, αναγνωρίζοντας ότι ο χαρακτήρας του είναι τέτοιος, ώστε εξαιτίας του η υπόθεση να επιδέχεται αναθεώρηση, και δηλώνοντας ότι η αίτηση έγινε δεκτή γιí αυτόν το λόγο.

3.                    Το Δικαστήριο μπορεί, προτού δεχτεί να προχωρήσει στη διαδικασία της αναθεωρήσεως, να ζητήσει από τα πριν  συμμόρφωση με τους όρους της αποφάσεως.

4.                    Η αίτηση για αναθεώρηση πρέπει να υποβληθεί το αργότερο μέσα σε έξι μήνες από την ανακάλυψη του νέου γεγονότος.

5.                    Καμιά αίτηση για αναθεώρηση δε θα γίνεται δεκτή, αν περάσουν δέκα χρόνια από την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως.

 

Άρθρο 62.

 

1.                    Αν ένα κράτος κρίνει ότι, σε μια υπόθεση, έχει έννομο συμφέρον που μπορεί να θιγεί από την απόφαση που θα εκδοθεί, μπορεί να υποβάλει αίτημα στο Δικαστήριο για να του επιτραπεί να παρέμβει στη δίκη.

2.                    Το Δικαστήριο θí αποφασίζει για το αίτημα αυτό.

 

Άρθρο 63.

 

1.                    Όσες φορές πρόκειται για την ερμηνεία συμβάσεως την οποία έχουν υπογράψει και άλλα κράτη εκτός από τους διαδίκους, ο Γραμματέας πρέπει να ειδοποιεί αμέσως όλα αυτά τα κράτη.

2.                    Καθένα από τα κράτη αυτά έχει το δικαίωμα να παρέμβει στη δίκη αλλά, αν κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος, η ερμηνεία που θα δώσει η απόφαση θα είναι εξίσου υποχρεωτική και για το κράτος αυτό.

 

Άρθρο 64.

 

Κάθε κράτος πρέπει να πληρώνει τα δικαστικά έξοδα που του αναλογούν, εκτός αν το Δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4.

 

Γνωμοδοτήσεις

 

Άρθρο 65.

 

1.                    Το Δικαστήριο μπορεί να γνωμοδοτεί για νομικά ζητήματα ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε σώματος που θα έχει εξουσιοδοτηθεί από το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ή που, σύμφωνα με τις διατάξεις του Χάρτη αυτού, θα έχει το δικαίωμα να ζητήσει γνωμοδότηση.

2.                    Τα θέματα για τα οποία θα ζητείται γνωμοδότηση του Δικαστηρίου θα εισάγονται στο Δικαστήριο με αίτηση που θα περιλαμβάνει ακριβή έκθεση του θέματος για το οποίο θα ζητείται η γνωμοδότηση και θα συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που μπορούν να φωτίσουν την υπόθεση.

 

Άρθρο 66.

 

1.             Ο Γραμματέας θα ανακοινώνει αμέσως την αίτηση για                 γνωμοδότηση σε όλα τα κράτη που θα έχουν το δικαίωμα να παρίστανται στο Δικαστήριο.

2.             Ο Γραμματέας θα ειδοποιεί επίσης, με ειδική και απευθείας ανακοίνωση, τα κράτη που δικαιούνται να παρίστανται στο Δικαστήριο ή τους διεθνείς οργανισμούς που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ή, αν το Δικαστήριο δε συνεδριάζει, κατά την κρίση του Προέδρου, είναι πιθανό να μπορούν να δώσουν πληροφορίες για το θέμα, ότι το Δικαστήριο θα είναι διατεθειμένο να δεχτεί, σε προθεσμία που θα ορίζεται από τον Πρόεδρο, γραπτές δηλώσεις, ή να ακούσει, σε δημόσια συνεδρίαση που θα γίνει γιí αυτόν το σκοπό, προφορικές δηλώσεις που θα σχετίζονται με το ζήτημα.

3.                    Αν ένα κράτος που δικαιούται να παρίσταται στο Δικαστήριο δεν έχει λάβει την ειδική ανακοίνωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 αυτού του Άρθρου, το κράτος αυτό μπορεί να ζητήσει να υποβάλει γραπτή δήλωση ή να εκθέσει προφορικά τις απόψεις του. Το Δικαστήριο θα αποφασίσει σχετικά.

4.                    Σε κράτη και οργανισμούς που θα έχουν κάνει γραπτές ή προφορικές δηλώσεις ή και τα δύο θα επιτραπεί να αντικρούσουν τις δηλώσεις που θα γίνουν από άλλα κράτη ή οργανισμούς. Η μορφή και η έκταση της αντίκρουσης καθώς και η προθεσμία μέσα στην οποία θα γίνει θα αποφασίζονται για κάθε ειδική περίπτωση από το Δικαστήριο ή, αν αυτό δε συνεδριάζει, από τον Πρόεδρο.  Γιí αυτόν το σκοπό, ο Γραμματέας θα κοινοποιεί εγκαίρως τις γραπτές δηλώσεις στα κράτη και τους οργανισμούς που θα έχουν υποβάλει παρόμοιες δηλώσεις.

 

Άρθρο 67.

 

Το Δικαστήριο θα απαγγέλλει τις γνωμοδοτήσεις του σε δημόσια συνεδρίαση, αφού θα έχει ειδοποιήσει  το Γενικό Γραμματέα και τους αντιπροσώπους των Μελών των Ηνωμένων Εθνών, των άλλων κρατών και των διεθνών οργανισμών που θα ενδιαφέρονται άμεσα.

 

Άρθρο 68.

 

Στην άσκηση του γνωμοδοτικού του έργου το Δικαστήριο θα οδηγείται και από τις διατάξεις του Καταστατικού αυτού οι οποίες εφαρμόζονται σε αμφισβητούμενες περιπτώσεις, στην έκταση που το Δικαστήριο θα κρίνει ότι μπορούν να εφαρμοστούν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5.

 

Τροποποιήσεις

 

Άρθρο 69.

 

Τροποποιήσεις του Καταστατικού αυτού θα γίνονται με την ίδια διαδικασία που προβλέπεται για το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, εκτός αν προβλέπουν διαφορετικά διατάξεις τις οποίες μπορεί να υιοθετήσει η Γενική Συνέλευση, με πρόταση του Συμβουλίου Ασφαλείας, σχετικά με τη συμμετοχή σí αυτή τη διαδικασία κρατών που έχουν αποδεχτεί το Καταστατικό αυτό, αλλά δεν είναι Μέλη των Ηνωμένων Εθνών.

 

Άρθρο 70.

 

Το Δικαστήριο θα έχει εξουσία να προτείνει τις τροποποιήσεις που θα κρίνει αναγκαίο να γίνουν στο Καταστατικό αυτό με γραπτή ανακοίνωση στο Γενικό Γραμματέα, για να εξεταστούν σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρο 69.


 

Τη μετάφραση τη φιλοπόνησε η επιστημονική συνεργάτρια του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη) κ. Μαρία Βερτσώνη-Κοκόλη και την επόπτευσε ο Αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου, καθηγητής της σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ. Νικόλαος Παπαντωνίου.

 

Το Copyright της μετάφρασης ανήκει  στο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη)  του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

 

 


Σελίδα Τίτλου: Καταστατικός Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών και Καταστατικό του Διεθνούς Δικαστηρίου

Σελίδα πίσω από τη σελίδα τίτλου: Τυπώθηκε στο Εθνικό Τυπογραφείο για λογαριασμό του Κέντρου Πληροφοριών ΟΗΕ

Λεωφόρος Αμαλίας 36

105 58 Αθήνα

Τηλ.: 5230640

DPI/511